Πρόλογος

Πρόλογος

Το κορίτσι με τα γαλαζοπράσινα μάτια τρέχει στα έρημα μονοπάτια των κήπων του πανεπιστημίου πασχίζοντας ν’ αποφύγει τις σκοτεινές λακκούβες που παραμονεύουν ανάμεσα από τις γκρίζες πέτρες να καταβρέξουν τις μπότες της και το παντελόνι της. Μια αστραπή σκίζει τον ουρανό πίσω της. Μια βροντή σφυροκοπά τ’ αφτιά της αμέσως μετά. Χωρίς αμφιβολία έχει αργοπορήσει, αλλά δεν παραβλέπει να κοιτάξει κλεφτά τα θαύματα των κήπων που προσπερνά, όπως τα παράξενα εκείνα δέντρα με τα μαβιά φυλλώματα από τη μακρινή δύση, την κυκλωμένη με μισοκρυμμένα περίπτερα λίμνη ή την αναπαράσταση του ηλιακού συστήματος που περιστρέφεται νωχελικά στ’ ανθισμένα παρτέρια της αρχής του φθινοπώρου.

Με το μακιγιάζ να κυλά στα μάγουλά της, τα πυρόξανθα μαλλιά της να ‘χουν χάσει την αερική τους διάθεση και τα δαντελένια της ρούχα να κολλούν στο σώμα της, φτάνει επιτέλους κάτω από την καμάρα με την ξύλινη πινακίδα που γράφει ‘Καφενείο’ με καλλιγραφικά κόκκινα γράμματα και σκεπάζει μια πόρτα στο χρώμα των φύλλων της βελανιδιάς την αρχή της άνοιξης. Κλείνει την κομψή της ομπρέλα που δεν την εξυπηρέτησε όσο είχε ελπίσει, συμμαζεύει τη βρεγμένη της αξιοπρέπεια και με μια βαθιά ανάσα γυρνά το πόμολο της πόρτας.

Βαριές μυρωδιές από τον μακρινό νότο διεισδύουν στις μουλιασμένες της αισθήσεις, ενώ από κάπου ακούγεται μια μινόρε συμφωνία που της θυμίζει αμυδρά τη μελαγχολική εκείνη μουσική των Λόφων του Πρωινού πέρα από το σπίτι της. Εκτός από μια χαριτωμένη υπηρέτρια που πλένει ένα ποτήρι πίσω από τον πάγκο, το καφενείο είναι σχεδόν άδειο. Διακρίνει μονάχα μια μεικτή παρέα τεσσάρων φοιτητών, πιθανότατα μεγαλύτερου έτους, που γελούν με κάποιο αδιευκρίνιστο αστείο και μια κοπέλα με κοντά, στο ύψος των ώμων, μαύρα μαλλιά που κάθεται ανάποδα στην καρέκλα της και γράφει κάτι σ’ ένα τετράδιο. Τα υπόλοιπα από τα περίπου πενήντα μεταλλικά τραπέζια είναι αδειανά. Το κορίτσι αφήνει στην ομπρελοθήκη δίπλα από την είσοδο τη βαθυπράσινη ομπρέλα της, προσπερνά τους μεγαλύτερους φοιτητές χαμογελώντας συγκαταβατικά στα σχόλια των δύο αγοριών της παρέας και σταματά μπροστά από τη μελαχρινή κοπέλα με τα σκοτεινά ρούχα.

«Καλημέρα!» λέει χαιρετώντας τη με το ένα της χέρι, «το όνομά μου είναι Φλάννερυ μυ Αενταμαίρ και είμαι πρωτοετής της φιλοσοφικής σχολής. Μήπως, κατά τύχη, γνωρίζεις πού βρίσκεται το αμφιθέατρο Ιέρ, όπου θα γίνει η πρώτη συνάντηση της τάξης μου με τον καθηγητή Σινέρε;»

«Περίμενε» απαντά εκείνη καθώς σηκώνεται, «ας πάμε μαζί.»

Ανοίγει μια από τις εσωτερικές πόρτες της σάλας κι οι δύο κοπέλες αφήνουν τη θαλπωρή του καφενείου για το υπόχρυσο φως των περίτεχνων λαμπτήρων του φαρδιού μαρμαροντυμένου διαδρόμου. Η Φλάννερυ σημειώνει νοερά την επιγραφή ‘Αναγνωστήριο’ στη δίφυλλη δρύινη πόρτα απέναντι που περιστοιχίζεται από τέσσερεις μεγάλες παλιές βιβλιοθήκες, φορτωμένες με μερικές εκατοντάδες ογκώδεις τόμους η κάθε μία.

«Πώς σε λένε;» ρωτά καθώς κλείνει την κόκκινη πόρτα πίσω της σκορπώντας στον διάδρομο μια βαθιά σιωπή που μοιάζει να διασπάται μονάχα από την υπόκωφη ηχώ των βημάτων τους.

«Βεβήλα.»

«Βεβήλα» μισομονολογεί η Φλάννερυ δοκιμάζοντας τ’ όνομα στα χείλη της, «δηλαδή από σήμερα είμαστε συμφοιτήτριες Βεβήλα;»

«Γιατί όχι;»

«Νομίζεις πως προλαβαίνω να φρεσκαριστώ λίγο;» ρωτά καθώς προσέχει μια μικρή ζωγραφισμένη μορφή με φόρεμα σε μια μισοκρυμμένη πόρτα αριστερά του αναγνωστηρίου που της υπενθυμίζει την ενόχληση των νοτισμένων της ρούχων στο σώμα της και τα στεγνά της χείλη.

«Αυτή είναι μία δική σου απόφαση» απαντά η Βεβήλα δείχνοντας το μεγάλο ρολόι στο βάθος του διαδρόμου, πάνω από μια πύλη, πιθανότατα την κεντρική είσοδο του κτιρίου, όπου ο μακρύτερος από τους δύο δείκτες έχει σχεδόν ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Ύστερα από έναν στιγμιαίο δισταγμό, η Φλάννερυ διασχίζει τα λίγα βήματα που τη χωρίζουν από την τουαλέτα, καθώς ένα μηχανικό νεραϊδοπούλι σημαίνει την ώρα με οκτώ κοφτά κελαηδήματα πεταρίζοντας κάτω από τους ομόκεντρους κύκλους του σκαλιστού ρολογιού. Κοντοστέκεται έξω από την πόρτα με τη ζωγραφισμένη γυναίκα.

«Θα με περιμένεις;» ρωτά με μια υποψία παράκλησης στη φωνή της.

Η Βεβήλα την κοιτά σα να διασκεδάζει κάτι.

«Αυτή είναι μία δική μου απόφαση» απαντά, «εσύ όμως κάνε γρήγορα για κάθε ενδεχόμενο, ε;»

Όταν η Φλάννερυ βγαίνει ξανά στον μεγάλο διάδρομο έχοντας σκουπίσει με την πετσέτα της όσο περισσότερο από το σώμα της μπορούσε, ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι το μεθοδικό γρατζούνισμα του μολυβιού της νέας της συμφοιτήτριας στο μαύρο της τετράδιο.

«Μα τι γράφεις;» ρωτά με περιέργεια.

Η Βεβήλα σταματά να κινεί το μολύβι της και κοιτά λοξά, διερευνητικά, την κοπέλα με τα πράσινα μάτια. Ύστερα της δίνει το τετράδιο. Σε κάποια γωνία, κάπου ανάμεσα σ’ ατελείωτες μουντζουρωμένες γραμμές και μοναχικές λέξεις συνδεδεμένες με γραμμές και κυκλάκια που, όσο κι αν προσπαθεί, δε βγάζουν νόημα, η Φλάννερυ διαβάζει:

πιο κοντινός
ο ουρανός σήμερα
βρέχει

Με μια αίσθηση παράξενη να καίει τα μάγουλά της, επιστρέφει σιωπηλά το τετράδιο στη Βεβήλα. Η ώρα σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου είναι οκτώ κι επτά λεπτά, τρέχει, και καλά θα κάνουν να βιαστούν αν θέλουν έστω να ελπίζουν ότι θα είναι αρκετά τυχερές ώστε να μην τις επιπλήξει ο καθηγητής τους.

>>

Advertisements