2. Ο Κουρδιστός Άνεμος

2. Ο Κουρδιστός Άνεμος

Συνάντησέ με στις έξι στη σκιά της μεγάλης ιτιάς

Σε περιμένω στις πέντε στο Κάστρο
Αγνόησε το άλλο το παραπλανητικό μήνυμα

Ο Ύπηξ κοιτά καχύποπτα μέσα στο παλιό βάζο, μήπως κάποιο τρίτο μήνυμα έχει παραπέσει. Ανακαλύπτει μονάχα μια τρομαγμένη αράχνη, οπότε ανεβαίνει βιαστικά τα δύο αχρησιμοποίητα πατώματα του βοηθητικού κελαριού. Η ώρα, όπως επιβεβαιώνει το μεγάλο ηλιακό ρολόι του κήπου, είναι ήδη περασμένη.

«Ύπηξ, πιάσε μι’ άκρη, να κάνουμε καμιά δουλειά σήμερα που δε μας φυσά άνεμος» φωνάζει βραχνιασμένα ένας μεγαλόσωμος άντρας σπρώχνοντας ένα καρότσι γεμάτο με κομμένους κορμούς που μοιάζει ιδιαίτερα βαρύ.

«Δε μπορώ τώρα, βιάζομαι» απαντά απολογητικά ο Ύπηξ, καθώς διασχίζει τρέχοντας τη Γέφυρα της Αγάπης της Κόμισσας απογοητεύοντας τον μεγαλύτερο άντρα που ξαναρχίζει να σιγομουρμουρίζει έναν παλιό σκοπό.

Πέρα από τον μικρό Ποταμό των Ορχιδέων, έξω από τα αραιοπερπάτητα μονοπάτια του κήπου κρύβεται το Κάστρο του Ανέμου. Ένα χαμηλό πέτρινο ερείπιο, πιθανότατα απομεινάρι κάποιου παλιού αρχοντικού, καμουφλαρισμένο καλά στη σκιά μερικών αιωνόβιων κυπαρισσιών. Ο Ύπηξ περνά ανάμεσα από τις πεσμένες γκρίζες πέτρες των εξωτερικών τοίχων και τις δύο όρθιες ακόμη σπασμένες κολώνες και μπαίνει σ’ ένα μισοερειπωμένο δωμάτιο που κάποτε μάλλον ήταν η μεγάλη σάλα. Σε μια γωνία, ανάμεσα σ’ ανοιχτά βιβλία, απλωμένα σχεδιαγράμματα, σωρούς εξαρτημάτων και μηχανικά πράγματα που περιστρέφονται προκαλώντας επαναλαμβανόμενους θορύβους, η Μιάνα σφίγγει με δύο από τα παράξενα της εργαλεία μια τεράστια βίδα στο εσωτερικό του αερόπλοιού της.

«Μιάνα!» αναφωνεί ο Ύπηξ.

Η Μιάνα μυ Ντενώβε Ρέε σφίγγει μια τελευταία στροφή, τραβά μερικούς μοχλούς και σηκώνεται ανεβάζοντας τα ματογυάλια της. Ανάμεσα στις μουντζούρες που καλύπτουν το πρόσωπό της, τα ματογυάλια έχουν αφήσει δύο κύκλους όπου το δέρμα της ακόμη ξεχωρίζει γύρω από τα καστάνα της μάτια. Τα ξανθά της μαλλιά είναι γεμάτα λάδια, στο ένα της γόνατο διακρίνει μια μεγάλη πληγή και το πορφυρό της φόρεμα είναι σκισμένο σε τουλάχιστον τέσσερα σημεία. Ο Ύπηξ δαγκώνεται. Η γκουβερνάντα θα τους σκοτώσει και τους δύο αργά και βασανιστικά άμα δει το φόρεμα αυτό κατεστραμμένο. Η Μιάνα κοιτά το μηχανικό της ρολόι.

«Η ώρα είναι πέντε και τέσσερα πρώτα λεπτά» λέει καθώς προσπαθεί να σκουπίσει τα χέρια της και το πρόσωπό της σε μια αρωματισμένη βελούδινη πετσέτα, «άργησες…»

«…μα…»

«…αλλά ολοκλήρωσα την κατασκευή του Κουρδιστού Ανέμου» δηλώνει ενθουσιασμένη κι υπερήφανη.

«Τελείωσες, αλήθεια;» ρωτά αιφνιδιασμένος ο Ύπηξ αγγίζοντας με δάχτυλα που ξαφνικά τρέμουν τα γρανάζια και τους μοχλούς, «μα πού βρήκες κινητήρα;»

«Αγόρασα τον όμορφο πειραματικό μικροκινητήρα του ευγενικού κυρίου Ναρύ που φτιάχνει τα αερόπλοια Νορέμπερ-Ναρύ. Είναι ένα μυστικό μοντέλο που έφτιαχνε για τον μπαμπά» διευκρινίζει με νόημα, «μπες, ώστε να φύγουμε και μην πατήσεις κανένα κουμπί αν δε σου πω εγώ.»

«Να φύγουμε; Να πάμε πού;» ρωτά ο Ύπηξ μπαίνοντας ξαφνιασμένος στον Κουρδιστό Άνεμο από την πόρτα του συνοδηγού.

Κοιτά γύρω του. Λαμπάκια αναβοσβήνουν, δείκτες κινούνται και νούμερα αλλάζουν. Πίσω από τα καθίσματα διακρίνει δύο κλειστά κιβώτια. Η Μιάνα, που έχει ήδη μπει από την άλλη πόρτα, φορά ξανά τα ματογυάλια της, μια δερμάτινη καπαρντίνα που μοιάζει πολύ μ’ εκείνες που χρησιμοποιούν οι πιλότοι της αστυνομίας, μπότες και γάντια. Ύστερα, αργά, μεθοδικά, πατά κάποια μεγάλα κουμπιά και γυρνά μερικούς μοχλούς. Μ’ έναν παρατεταμένο βόμβο ο κινητήρας ξεκινά να δονείται κι οι έλικες αρχίζουν να περιστρέφονται.

Ο Κουρδιστός Άνεμος ξεκολλά από το δάπεδο κι ο Ύπηξ κοιτά ανήσυχος την τρύπα στη μισογκρεμισμένη οροφή. Μια τρύπα μεγάλη μεν, αλλά επίφοβα στενή για ένα αερόπλοιο, ακόμη και για ένα μικροσκοπικό διθέσιο αερόπλοιο όπως αυτό. Κι οι πέτρες πλησιάζουν πιο κοντά, και μετά ακόμη περισσότερο, και τώρα τ’ απομεινάρια της οροφής απέχουν μονάχα μια ανάσα από τα παράθυρα του πιλοτηρίου, και τρομακτικοί ήχοι συρσίματος μετάλλου σε πέτρα ακούγονται από τα πλάγια του σκάφους, και γδούποι πέτρας που πέφτει με ορμή σ’ άλλη πέτρα στο έδαφος.

«Μιάνααα!» φωνάζει ο Ύπηξ με ολόκληρη την ένταση της φωνής του, και βρίσκονται έξω. Η Μιάνα γελά θριαμβευτικά κι η έπαυλη των Ντενώβε Ρέε ξεπροβάλει μεγαλοπρεπής μπροστά τους, υψωμένη πάνω από τις πολύχρωμες επαύλεις της αριστοκρατικής Άνω Βάντε, καθώς οι κορυφές των δέντρων μικραίνουν από κάτω τους.

«Μαμάαα!» φωνάζει η Μιάνα από το παράθυρο διακρίνοντας τη μητέρα της μέσα σ’ έναν από τους γυάλινους θόλους φιλτραρισμένου αέρα γύρω από το μεγάλο σιντριβάνι του κήπου. Ο Ύπηξ κοιτά από το δικό του παράθυρο κι ανάμεσα από τα επίχρυσα στηρίγματα του θόλου, αντικρίζει την κομψοντυμένη δούκισσα μυ Ντενώβε Ρέε να κουνά πολύ έντονα τη βεντάλια της. Δύο υπηρέτριες τρέχουν πέρα δώθε πανικόβλητες, ενώ μια τρίτη υπηρέτρια, η Περβάρα, η μεγάλη του αδελφή, τραβά τα μαύρα της μαλλιά με το ένα της χέρι δαγκώνοντας τα δάχτυλα τ’ άλλου.

Ωχ…

«Μιάνα, φύγε, φύγε, φύγε!» αναφωνεί με τρόμο.

Μιάνα

η Μιάνα

«Στρατηγική υποχώρηση!» φωνάζει η Μιάνα καθώς στρίβει τον Κουρδιστό Άνεμο με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης και τη θάλασσα, «ελιγμοί απεμπλοκής σε εξέλιξη!»

«Ξέχνα το! Ας πάμε σε καμιά μυστική αποστολή καλύτερα! Στρίψε ενενήντα μοίρες δεξιά. Προς τους λόφους του βορρά!»

Η Μιάνα σιωπηρά αλλάζει την πορεία και χαμηλώνει το ύψος.

«Στους λόφους της Ιάνης περπατούσα, ‘κεί συνάντησα μια χωριατοπούλα…» σιγοτραγουδά.

Ο Ύπηξ κοιτά προσεχτικά ανάμεσα από τις γκρίζες στήλες καπνού και τα μεγάλα τετράγωνα κτίρια της βιομηχανικής ζώνης της Βάντε, αλλά δε διακρίνει κάποιο έφιππο απόσπασμα ή κάποιο αερόπλοιο της αστυνομίας να κυνηγά τον Κουρδιστό Άνεμο. Αφού περνούν τον μεγάλο πειραματικό νερόμυλο του ποταμού Έρε, η Μιάνα χαμηλώνει το αερόπλοιο στη σκιά ενός χέρσου, βραχώδους λόφου και προσγειώνεται ομαλά ανάμεσα σε δύο καχεκτικές συστάδες ελάτων. Ένα παραξενεμένο λευκό κοράκι κρώζει και πετά μακριά.

«Προσγειωθήκαμε στους λόφους της Ιάνης αγαπητέ συνάδελφε» λέει συνωμοτικά η Μιάνα ανεβάζοντας τα ματογυάλια της, «το επόμενο στάδιο του σχεδίου;»

Για λίγες μόνο στιγμές ο Ύπηξ ακούει μονάχα την ανάσα του και την καρδιά του ν’ αναπηδά στο στήθος του.

«Λοιπόν;» ρωτά η Μιάνα, ανυπόμονη να μάθει τις λεπτομέρειες της μυστικής τους αποστολής.

«Η τοποθεσία μου φαίνεται καλή ώστε να στήσουμε τη βάση» απαντά παρατηρώντας την ανεμοδαρμένη ερημιά γύρω τους, «αύριο θα γίνω κατάσκοπος του εχθρού κι εσύ θα γίνεις φρουρός της βάσης.»

Η Μιάνα, ικανοποιημένη, ανοίγει ένα από τα μεγάλα ξύλινα κιβώτια πίσω από τα καθίσματά τους και βγάζει από μέσα μια παλιά καραμπίνα. Αληθινή καραμπίνα. Κι ένα κουτί με φυσίγγια. Αληθινά φυσίγγια. Ο Ύπηξ ξεροκαταπίνει καθώς η Μιάνα αρχίζει να επισκοπεί τους λόφους με την καραμπίνα της σε θέση που, αν ήταν οπλισμένη, θα ‘ταν έτοιμη να χρησιμοποιηθεί. Τελικά γνέφει καταφατικά.

«Η περίμετρος είναι ασφαλισμένη.»

>>

<<

Advertisements