3. Το λευκό κοράκι

3. Το λευκό κοράκι

Λίγο πριν την αυγή ο άνεμος φυσά παγωμένος στη σκοτεινιασμένη Βάντε. Τ’ ακόμη σκοτεινότερα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά, ανέγγιχτα σχεδόν από το λιγοστό, μοναχικό φεγγαρόφως της Μικρής Σελήνης στην αρχή του κύκλου της, καθώς ο Ύπηξ διαβάζει μουδιασμένος τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στη βιτρίνα του κέντρου διανομής τύπου. ‘Απαγωγή της κόρης του δούκα μυ Ντενώβε Ρέε της Βάντε’ γράφει η Τηλεγραφική Εφημερίδα. ‘Στα ίχνη επικίνδυνων τρομακρατών η αστυνομία’ αναφέρει ο Σκεπτόμενος. ‘Αεροπειρατές απαγάγουν κόμισσα – Συλλαμβάνονται από τον φωτογράφο μας’ δηλώνει γλαφυρά η Πρωινή. Αν και το αερόπλοιο της ολοσέλιδης φωτογραφίας είναι πολύ μεγαλύτερο από τον Κουρδιστό Άνεμο. Όσο για την πρώτη σελίδα των Νέων της Βάντε που αγοράζει  εκείνη τη στιγμή ένας μεσήλικας άντρας με αγριωπή όψη…

Ιπτάμενοι Αναρχικοί!

Συνεχίστηκαν τη χθεσινή ημέρα οι κλιμακούμενες συγκρούσεις στο κέντρο της πόλης ανάμεσα στην αστυνομία και σε ένοπλες συμμορίες! Για πρώτη φορά σημειώθηκαν επιθέσεις από τρομοκράτες που επέβαιναν σε αερόπλοια!

Απήγαγαν την κόμισσα Μιάνα μυ Ντενώβε Ρέε!

Δώστε μας πίσω τη γλυκιά Μιάνα με τις ολόχρυσες μπούκλες, ζήτησε η Ενέζα Ζεφέρε. (15, φωτ. κάτω δεξιά), αδελφική φίλη της κόμισσας μυ Ντενώβε Ρέε. Δηλώσε συγκλονισμένη από την αδικία και τη βαναυσότητα που επέδειξαν οι κακοποιοί σε ένα αθώο και ανυπεράσπιστο κορίτσι.

Η αστυνομία έπραξε το καθήκον της και αντιμετώπισε επιτυχημένα εχθές τους εχθρούς της πόλης, τόσο στο έδαφος, όσο και στον αέρα. Βρισκόμαστε ήδη στα ίχνη των μεμονωμένων τρομακρατών που, στην άνανδρη προσπάθειά τους να διαφύγουν από τη δικαιοσύνη, προέβησαν σε μία ακόμα φρικαλέα πράξη προσβολής των πατροπαράδοτων ηθών της πόλης μας. Η κόμισσα Μιάνα μυ Ντενώβε Ρέε έπεσε θύμα απαγωγής. Για την ασφαλή της επιστροφή στην οικογενειακή της εστία, η αστυνομία έχει ήδη εξαπολύσει εκτεταμένη επίθεση στα εγκληματικά στοιχεία της πόλης. Οι πολίτες της Βάντε μπορούν -και οφείλουν- να κοιμούνται ήσυχοι, δήλωσε ο αρχηγός της αστυνομίας της Βάντε, κόμης Ιάρος Φεράς στην ανταποκρίτριά μας, Ιλέννα Σάλα.

***

«Γαμώτο» μουρμουρίζει ανήσυχος ο Ύπηξ, «ελπίζω η Περβάρα κι ο μπαμπάς να ‘ναι καλά. Και ποια στην οργή ‘ναι ‘κείνη η Ενεζε-τέτοια;»

Ανεβάζει λίγο περισσότερο τον γιακά του πολυκαιρισμένου του παλτού, ξαναφορά τη ζεστή τραγιάσκα που βρήκε πιο πριν ξεχασμένη στα χωράφια και διασχίζει με γρήγορα, μεγάλα βήματα τα σκοτεινά, στενά σταυροδρόμια ανάμεσα από τα ορθογώνια κτίρια των βιομηχανιών. Τα εργοστάσια αποπνέουν μια παράξενη, επίφοβη ησυχία, ενώ ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος των μηχανών που κρύβονται μέσα τους δεν κυριαρχεί ακόμη στην πνιγερή ατμόσφαιρα. Το βλέμμα του σκοντάφτει στα σκυθρωπά μάτια αντρών και γυναικών που βαδίζουν προς τις δουλειές τους στα εργοστάσια και τα ναυπηγεία. Άγρια, σκοτεινά μάτια. Σε κάποια σημεία, εκεί όπου το φως δεν περνά ούτε μέσα από τις χαραμάδες, ο Ύπηξ διασταυρώνεται μονάχα με γκρίζες, απειλητικές σκιές. Μερικές φορές αφήνει μικρές εκπνοές ανακούφισης να του ξεφύγουν μόλις οι βαριοί ήχοι τέτοιων σκιών απομακρύνονται πίσω του. Όχι πως τα διαστήματα σιωπής είναι λιγότερο τρομακτικά. Όσο αργεί να ξημερώσει, τέτοιες σιωπές φαντάζουν πιο ανοίκειες, πιο σκοτεινές. Ακόμη περισσότερο αφότου συγκρούστηκε με ‘κείνη την πανύψηλη σκιά που πρόβαλε ξαφνικά μέσα από τη βρωμερή μυρωδιά του δρόμου και την τέλεια σιωπή. Αποφεύγει να περνά από τη βιομηχανική ζώνη της πόλης όποτε δεν είναι αναγκαίο. Ακόμη κι ο αέρας ο ίδιος είναι βαρύτερος εδώ κάτω.

Από τη σκιά μιας πράσινης ομπρέλας στο κάθισμα της βάρκας που πλέει προς την ενδοχώρα, μια νεαρή αριστοκράτισσα που φορά χνουδωτή γούνα τον παρατηρεί επικριτικά καθώς διασχίζει παραπατώντας τη Γέφυρα των Λουλουδιών. Και, επιπλέον, έχει αρχίσει να χιονίζει. Βλασφημώντας ανάμεσα από τα δόντια του, ο Ύπηξ ανοίγει ακόμη περισσότερο τον βηματισμό του. Προς το παρόν πέφτουν λίγες απαλές νιφάδες μονάχα, αλλά ίσως να ‘ναι αρκετές ώστε να λασπώσουν σύντομα τους περισσότερους δρόμους κι ας ανηφορίζει ήδη την πλακόστρωτη λεωφόρο που οδηγεί προς το πανεπιστήμιο. Ο Ύπηξ, παρά το τσουχτερό κρύο, ευχαριστεί τα κατάμαυρα σύννεφα για το πολύτιμο σκοτάδι που τον βοηθά ν’ αποφύγει τις ανησυχητικά αυξημένες περιπόλους της αστυνομίας. Διασχίζει το μεγάλο πανεπιστημιακό πάρκο κι από τους υπηρετικούς δρόμους της Άνω Βάντε ανεβαίνει τελικά την πίσω πλευρά του λόφου Ρέε. Ο χιόνινος άνεμος φυσά ανάμεσα στα φροντισμένα αλσύλια του κήπου των Ντενώβε Ρέε. Ένα λευκό κοράκι τον παρατηρεί.

Ο Ύπηξ κοντοστέκεται. Κοιτά γύρω του τρομαγμένος. Λίγα μόλις βήματα πίσω του, αντικρίζει μια σκοτεινή μορφή που φορά ένα σκοτεινόχρωμο μακρύ μανδύα με κατεβασμένη χαμηλά πάνω από τα διαπεραστικά του μάτια κουκούλα. Η μορφή φέρνει το ένα της δάχτυλο μπροστά από τα χείλη της. Με το άλλο της χέρι δείχνει μπροστά, ένα κλικ προς τα δεξιά, όπου ο Ύπηξ διακρίνει έναν άντρα να παρατηρεί αγέρωχα τις σκιές. Από τη στάση του καταλαβαίνει πως διακρίνει έναν αστυνομικό. Κρατώντας την ανάσα του, ο Ύπηξ πισωπατά και στρέφει ξανά το βλέμμα του προς τη μορφή με τα γκρίζα μάτια που τώρα τον προσκαλεί να την ακολουθήσει καθώς χάνεται αθόρυβα ανάμεσα στις πυκνότερες συστάδες. Ο Ύπηξ κοιτά ξανά τον αστυνομικό που καιροφυλακτεί και βιάζεται να ακολουθήσει τη σκοτεινή φιγούρα ανάμεσα στις σκιές των δέντρων.

«Ποιος είσαι;» ρωτά διστακτικά ο καταγρατζουνισμένος Ύπηξ μόλις προφταίνει τη μορφή με τον παράξενο μανδύα που τον περιμένει στη σκιά μιας αρχαίας βελανιδιάς, «πρέπει να γυρίσω πίσω. Πρέπει να μάθω αν η οικογένειά μου είναι καλά.»

«Η αδελφή σου κι ο πατέρας σου είναι καλά. Φέρθηκαν εύστροφα, οπότε δεν έχει μαθευτεί ότι απουσιάζεις από την έπαυλη. Ίσως βέβαια να μην συνεχίσουν να είναι καλά για πολύ ακόμη εάν σε πιάσουν εδώ. Ο δούκας μυ Ντενώβε Ρέε φαινόταν ιδιαίτερα ενοχλημένος καθώς ερευνούσε το εργαστήριο της φίλης σου» απαντά και τον κοιτά μ’ εκείνο το τρομακτικό γκρίζο βλέμμα για μια στιγμή, μια μικρή μόνο στιγμή, αλλά αρκετή ώστε να παγώσουν οι υπόλοιπες ερωτήσεις στη γλώσσα του.

Η παράξενη μορφή αρχίζει να μιλά σε κάποια άγνωστη γλώσσα. Ή, μάλλον, να τραγουδά σε κάποια άγνωστη γλώσσα. Τα φύλλα των δέντρων κινούνται σα να φυσάει άνεμος, κάποιος παράξενος, πρωτόγνωρος άνεμος, κι οι νιφάδες του χιονιού πέφτουν από το χώμα προς τον ουρανό, και τα δέντρα χορεύουν, κι ο Ύπηξ βυθίζεται  σ’ ένα παλαβό ταξίδι συντροφιά μ’ ένα κατάλευκο κοράκι.

Ανοίγει τα μάτια του ξανά. Ο άνεμος σφυρίζει δυνατά. Βλέπει τους ίδιους εκείνους λόφους που έβλεπε καθώς η Μιάνα προσγείωνε τον Κουρδιστό Άνεμο την προηγούμενη ημέρα. Πλέον καλύπτονται από ένα παχύ στρώμα χιονιού. Το αερόπλοιο παραμένει ακόμη ανάμεσα στις δύο λευκοντυμένες συστάδες όπου είχε προσγειωθεί, προστατευμένο μ’ έναν μεγάλο αδιάβροχο καμβά. Δίπλα του στέκεται η μορφή με το κρυμμένο πρόσωπο. Σηκώνει το ένα της χέρι όπου προσγειώνεται μ’ ένα διαπεραστικό κρώξιμο το λευκό κοράκι.

«Είσαι μάγος!» αναφωνεί μ’ έκπληξη ο Ύπηξ.

«Απέκλεισες όλες τις υπόλοιπες πιθανότητες και κατέληξες σε αυτό το συμπέρασμα; Ενδιαφέρον» απαντά μ’ ένα αχνό μειδίαμα καθώς βαδίζει προς τον Κουρδιστό Άνεμο, «ε, ας μη σπάσω το ξόρκι λοιπόν.»

>>

<<

Advertisements