4. Η συμφωνία

4. Η Μιάνα

Ο άνεμος φυσά παγωμένος. Κι ως πέρα από τις σκοτεινές λοφογραμμές τα σύννεφα είναι κατάμαυρα. Ευτυχώς που πρόλαβε να δέσει τον προστατευτικό καμβά γύρω από τον Κουρδιστό Άνεμο πριν να ξεσπάσει η βροχή. Αν και, με τόσο κρύο, μπορεί τελικά να χιονίσει. Τα συστήματα ελέγχου της θερμοκρασίας του αερόπλοιου φαίνεται να λειτουργούν κανονικά και το πιλοτήριο διατηρεί μια ευχάριστη θαλπωρή, όμως η Μιάνα στριμώχνεται στο μηχανοστάσιο όπου επιβλέπει σχολαστικά τη συμπεριφορά του πολύτιμού της Χουρούφη στο δριμύ ψύχος, επαληθεύοντας και υπολογίζοντας από την αρχή τους αριθμούς της έως ότου, ικανοποιημένη, αγκαλιάζει για αρκετά λεπτά τα γρανάζια του μικροκινητήρα της πριν επιστρέψει στην καμπίνα. Έχει αρχίσει πια να χιονίζει, αλλά από τη ζεστασιά του Κουρδιστού Ανέμου η Μιάνα πολύ σύντομα βυθίζεται σ’ όνειρα πάνω από καταπράσινα λιβάδια, υψώνεται ως τη γραμμή του ορίζοντα, τρυπώνει στ’ ανοιχτά παράθυρα γκρίζων πολυκατοικιών…

…κάποιες ημέρες είναι δύσκολες. Τα καχεκτικά δέντρα του κήπου ασφυκτιούν στην καπνισμένη ομίχλη που απλώνεται νωχελικά έξω από τον γυάλινο θόλο που προστατεύει το θερμοκήπιο με τις σπάνιες ορχιδέες της μαμάς από τον αέρα της πόλης. Μια μικρή αλεπού κρύβεται ζαλισμένη σε μια κόγχη παρατηρώντας αγριεμένη τον αλλιώτικο κόσμο που χαράζεται μέσα από το νέφος. Μάλλον έχει ξεστρατίσει μακριά από τη φωλιά της. Το κορίτσι με τις μεγάλες καφέξανθες κοτσίδες στρέφει το βλέμμα της προς τη νεαρή υπηρέτρια που σερβίρει καυτό τσάι από τον μακρινό νότο σε ένα λευκό φλιτζάνι. Οι κινήσεις της είναι κομψές, συγκεκριμένες, μετρημένες· σχεδόν μηχανικές. Κοιτά ξανά τον ουρανό. Ένα μοναχικό αερόστατο διασχίζει αργά τα πουπουλένια σύννεφα με κατεύθυνση προς τον βορρά. Η Μιάνα καταπνίγει ένα δάκρυ πριν να δημιουργηθεί. Ο μπαμπάς δεν μπόρεσε τελικά να την πάρει μαζί του στο ταξίδι του ως το Φέρας. Κι ας της το είχε υποσχεθεί. Κι ας του είχε εξηγήσει πόσο πολύ προσδοκούσε αυτό το ταξίδι. Της ζήτησε να τον συγχωρέσει και της δώρισε μια ολοκαίνουρια κούκλα που μιλούσε. Και οι μικρές κυρίες δεν κλαίνε. Δεν είναι ευγενικό. Όμως μερικές ημέρες είναι πολύ δύσκολες…

«Μιάνα!»

…κάποιος τη φωνάζει…

…κι ο γκρίζος ουρανός διαπερνά το προστατευτικό γυαλί, καταπίνει τις ορχιδέες της μαμάς, την αλεπού που της γνέφει να κρατήσει μυστική την παρουσία της, την υπηρέτρια, το τσάι, την κούκλα της, το λευκό της φόρεμα, το σώμα της…

«Μιάνα!»

Ανοίγει τα μάτια της βήχοντας. Σκουπίζει αντανακλαστικά τα μάτια της με το μαντήλι της κι αντικρίζει τον Ύπηξ. Πίσω του στέκεται μια άγνωστη μορφή. Φορά έναν σκουρόχρωμο μανδύα με την κουκούλα κατεβασμένη αρκετά χαμηλά ώστε να κρύβει όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της εκτός από εκείνα τα γκρίζα μάτια που την παρατηρούν. Στον ώμο της κουρνιάζει ένα λευκό κοράκι…

>>

<<

Advertisements