Πάροδος – H μασκαρέτα τη νύχτα

Πάροδος – Η μασκαρέτα τη νύχτα

πρόλογος

ημέρες παραλογισμού και ξεγνοιασιάς
ημέρες ευλογίας και χαράς
ημέρες της γιορτής της μάσκας της θεάς
αμέτρητα μασκοφόρα πρόσωπα
ένα χάος από χρώματα
που περιστρέφεται σε κύκλους και γελά
με χείλη συνεπαρμένα, φλογερά
καθώς εγώ
ασυνάρτητα κοιτώ
εγώ
ίσως έχω αρχίσει να μεθώ

και για μια στιγμή
ανασαίνω ακόμη
αλλά ανασαίνω μόνος
και για μια μοναχή στιγμή
σ’ ένα φάλτσο της παράνοιας της γιορτής
Άννα
κυλάς στη σκάλα
μειδιώντας σα να κατεβαίνεις από τόπους
που κανείς ποτέ δεν είχε ονειρευτεί
Άννα
σχεδόν σα να μην είσαι αληθινή
κυλάς στη σκάλα
γητεύοντας τις αισθήσεις
και μπορείς να δεις τους άντρες
γνωρίζεις καλά τις σκέψεις τους
μπορείς να δεις τις γυναίκες
διακρίνεις την απέχθεια στις ματιές τους
και γνωρίζεις καλά
τι θα φέρει μια μοναχή σου ματιά
γνωρίζεις καλά
τι θα φέρει μια μοναχή σου λέξη
καθώς εγώ ανασαίνω ακόμη
αλλά ανασαίνω ακόμη μόνος
κατάρα

μα είναι μια μοναχή στιγμή

και σ’ αυτήν την πιο ασυνάρτητη
κι από τις φρικτότερες κατάρες γιορτή
εγώ
θα σ’ αφήσω μοναχή

μέρος α’

της μασκαρέτας οι ήχοι
αφήνονται πια σ’ αποσύνθεση
κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, στερνό
κείτεται στα πόδια μου, αδειανό
καθώς από το παράθυρο παραφυλώ
έναν κόσμο έρημο πλέον, σιωπηλό
και τι μυστικά να κρύβει
η κάθε κλειστή πόρτα που κοιτώ

Άννα
τόσο εύθραυστη στην αγκαλιά μου
σχεδόν ακίνητη
σε κάποιο όνειρο, ίσως, απατηλό
καθώς εκείνη η δύναμη
που σαν παραίσθηση σε καλύπτει
ξεθωριάζει βιαστική
σαν την ομίχλη την αυγή

ανέμελη στ’ άγγιγμά μου
ψιθυρίζεις λόγια που γνωρίζω ότι είναι αληθινά
λέξεις που δεν τολμάς να πεις με τα μάτια ανοιχτά
ξεχνάς· κάποιες νύχτες μοναχά
όταν δε νοιάζεσαι πια
και βυθίζεσαι στην εύθραυστή μου αγκαλιά
κλαίγοντας για πράγματα που νόμιζες πως είχες θάψει πια βαθιά

Άννα
σ’ άφησα μοναχή
παρότι γνώριζα καλά
πως ήσουν ανάμεσα σε τόσους πολλούς αδιάφορους ανθρώπους
Άννα, τα φώτα είναι πλέον σβηστά
μπορείς να κλάψεις πια

μέρος β’

γιατί είμαι εδώ;
με κάποιον τρόπο βρέθηκα να διασχίζω
αυτόν τον παγωμένο δρόμο

πώς να βρέθηκα σ’ αυτόν τον γκρίζο κόσμο;
γραμμές και σχήματα που ήξερα
και ποτέ δεν αναγνώρισα

πόσο, στ’ αλήθεια, ήταν εχθρικά
καθώς αυτή είναι η πόλη στη σιωπή της
χωρίς ζωή
άδεια
μη ανθρωπινή
ανοίκεια
κι οι παγωμένες μου αισθήσεις
μ’ οδηγούν μονότονα σ’ αυτή

σ’ ένα παγκάκι στο σκοτάδι
κοιτώ μοναχά τα φύλλα των δέντρων
να παίζουν με τις ανάσες των ανέμων
πασχίζοντας να μη συλλογιστώ
μα μοιάζει ακατόρθωτο απόψε
το φωτεινό φεγγάρι είναι τόσο κυκλικό
κι η σκοτεινή ομορφιά της νύχτας
πάντοτε καθρεφτιζόταν στα ονειροπόλα σου μάτια
σπάνια, αν ποτέ, αφήνω τα δάκρυά μου να κυλήσουν
αλλά τα μάτια μου δεν είναι πια στεγνά
Κριστίνα
γιατί ανάμεσα στ’ άστρα εκεί ψηλά
κοιτώ τα μάτια σου τ’ απατηλά;

μέρος γ’

Κριστίνα, βγες από τη σκιά
πότε δε μπόρεσες να κρυφτείς στο σκοτάδι
η ευγενική σου καρδιά πάντοτε τρεμόπαιζε περισσότερο
κι από τα φωτεινότερα αστέρια

λυπάμαι για τα παλιά
ακόμη κι αν η θλίψη μου δε σημαίνει πια πολλά
λέξεις
τόσο εύκολες είναι τώρα πια

αγαπημένε μου
γνωρίζεις ότι λυπάμαι για τα ίδια πράγματα μ’ εσένα
σε κρατούσα από το χέρι
κυλώντας στης κατάρας τα σκαλιά
αλλά ίσως, πράγματι,
κάποιες λέξεις να μη σημαίνουν πια πολλά
η Άννα;

πάντοτε μ’ άρεσε ν’ αποκρυπτογραφώ τη σιωπή σου
κι εκείνη είναι πιο εύθραυστη
από ότι θα παραδεχόταν ποτέ

το βλέπεις στα μάτια της
σε χρειάζεται περισσότερο
από ότι ποτέ θα καταλάβει

τα φαντάσματα του έρωτα
της είναι αναγκαία

ώστε να κρατήσει ζωντανά
τ’ απομεινάρια της από κάποτε, παλιά

Κριστίνα
πιάσε το χέρι μου
ας περπατήσουμε μαζί
στη σιωπηλή σκιά

δίχως έγνοιες
όπως κάποτε, παλιά

μέρος δ’

τόσες πολλές αναμνήσεις
σ’ ένα μόνο μέρος

Κριστίνα
πώς οδηγηθήκαμε σ’ αυτούς τους παράξενους δρόμους;
στο φως των αστεριών αυτών
ατέλειωτες νύχτες περάσαμε μαζί
κι αγκαλιάζω ακόμη μέσα μου
κάθε άγγιγμα που τόσο ανώφελα πέρασε

θλίψη
μα τίποτε να συμβεί
θλίψη
και τι απομένει από εμάς;
θλίψη
μα τίποτε

επίλογος

και τώρα που ήρθε πια η αυγή
και το φεγγάρι μας ξέχασε πίσω
τώρα, Κριστίνα, τι;
τώρα τι;

>>

<<

Advertisements