5. Σύννεφα

5. Σύννεφα

…καθώς σταματά την ανάγνωση υψώνει διστακτικά τα μάτια της προς το μικρό, μετρημένο στα δάχτυλα του ενός της χεριού, ακροατήριο. Ο Φερρέν χαμογελά επιδοκιμαστικά, η Ινάτη γελά, ο Ξέφνης, υπερβολικός όπως πάντοτε, έχει σηκωθεί από την καρέκλα που καθόταν και ζητωκραυγάζει, ο Μωδρίνος σκουπίζει δάκρυα από τα μάγουλά του, η Φλάννερυ… η Φλάννερυ που φορά το πιο όμορφό της φόρεμα, το πράσινο που την κάνει να μοιάζει με ξωτικό κάποιου ξεχασμένου δάσους, έχει γονατίσει μπροστά της και την κοιτά με μάτια που λαμπυρίζουν. Ενώ διάβαζε αισθανόταν τα πόδια της ξεριζωμένα από τη γη… πλέον πέφτει, καταρρέει· η καρέκλα της μοιάζει ν’ ανοίγει, να την καταπίνει, να την εξαφανίζει, κι εκείνη παρασέρνεται στη στροβιλιζόμενη σκιά της. Η αμηχανία, μόνιμη συντρόφισσά της από την αρχή των συναντήσεων της μικρής τους συντροφιάς, τη φορά αυτή μοιάζει έτοιμη να της συντρίψει το κεφάλι, να το κάνει χίλια κομμάτια. Ίσως το μέγεθος της ‘μασκαρέτας’ να ήταν πολύ μεγάλο. Ίσως κάτι άλλο. Κάποια στιγμή, αναθυμάται, η εαυτή της δεν υπήρχε, η Βεβήλα είχε χαθεί, υπήρχαν μονάχα η μασκαρέτα, η Άννα, η Κριστίνα…

Ψελλίζοντας «με συγχωρείτε» σηκώνεται.

Κοιτά τα χέρια της παραξενεμένη· τρέμουν. Βγαίνει παραπατώντας από τη μικρή αίθουσα στον διάδρομο κι αναζητεί απεγνωσμένη την πόρτα της τουαλέτας. Μόλις που προσέχει τη Φλάννερυ καθώς την αγκαλιάζει μ’ έγνοια από τη μέση.

«Πού ‘ναι η τουαλέτα;» ρωτά ζαλισμένη.

«Από εδώ» απαντά η φίλη της οδηγώντας την από το χέρι ως τη μικρή ξύλινη πόρτα στο βάθος, «είσαι καλά;»

Η Βεβήλα γνέφει καθησυχαστικά κι ύστερα ανοίγει την καφέ πόρτα με τη χαρακτηριστική ζωγραφισμένη γυναικεία μορφή που το πανεπιστήμιο χρησιμοποιεί για να υποδηλώνει τις τουαλέτες του φύλου της.

Ανοίγει τη μαρμάρινη βρύση και βυθίζει στο τρεχούμενο νερό το πρόσωπό της. Εξαιρετική εφεύρεση το νερό που τρέχει. Σκουπίζει αργά το πρόσωπό της σε μια πετσέτα κι ύστερα κοιτά τον καθρέφτη. Ένα φάντασμα με μαύρα κοντά μαλλιά, ανοιχτά μάτια και βυθισμένα, χλωμά μάγουλα της αντιγυρίζει το βλέμμα μέσα από αυτόν. Και το φάντασμα κλείνει τα βλέφαρα του. Ο χρόνος κυλά. Δύο απαλά χτυπήματα ακούγονται στην πόρτα.

«Βεβήλα; Χρειάζεσαι κάτι;» ρωτά η Φλάννερυ.

«Μην ανησυχείς. Γύρνα πίσω. Έρχομαι κι εγώ.»

«Σε πόση ώρα θα έρθεις;»

«Σε δύο λεπτά.»

«Αν δεν είσαι σε δύο λεπτά στην αίθουσά μας, θα επιστρέψω.»

«Φύγε, Φλέρυ» απαντά αγανακτισμένη, «σε πέντε λεπτά. Σε πέντε λεπτά θα ‘μαι εκεί.»

***

«…πρέπει να βρούμε ένα όνομα για την καλλιτεχνική μας ομάδα» λέει ο Ξέφνης.

«Μισό λεπτό, μισό λεπτό» διακόπτει τη συζήτηση η Ινάτη, «από πότε αποτελούμε καλλιτεχνική ομάδα;»

«Μα τόσο καιρό αυτό δεν κάνουμε; Συγκεντρωνόμαστε κάθε… σχεδόν κάθε μέρα πλέον και διαβάζουμε ποιήματα ή κάνουμε συζητήσεις. Σε τι διαφέρουμε από λογοτεχνικά σαλόνια όπως της κυρίας Βουρβένης ή της κυρίας Ρενιάνδης;»

«Ξέφνη, εμένα δε μ’ αρέσει η ιδέα ότι δε διαφέρουμε από τέτοια σαλόνια» απαντά ο Φερρέν, «μ’ αρέσει να πιστεύω ότι κάνουμε κάτι διαφορετικό εμείς, κάτι περισσότερο ουσιαστικό, κάτι, πώς να το θέσω… κάτι λιγότερο καλλιτεχνικό.»

«Μα η Φλάννερυ, ο Μωδρίνος, η Ινάτη, εσύ, η Βεβήλα, εγώ, κάνουμε κάτι πολύ ουσιαστικότερο απ’ όλους εκείνους τους βαρετούς τύπους με τα ποιήματα για τις πεταλούδες και τις ορχιδέες που συγκεντρώνονται στης Ρενιάνδης. Έχεις διαβάσει Νερέ; Μετά απ’ ένα ποίημα σαν κι αυτό που ακούσαμε σήμερα, δεν αισθάνεσαι κι εσύ μια πρεμούρα ν’ αρχίσεις να πετάς συλλογές του Νερέ απ’ τα παράθυρα;»

«Η ιδέα ότι βιβλία θ’ αρχίσουν να πέφτουν ξαφνικά από τα παράθυρα είναι λίγο τρομακτική» απαντά διστακτικά η Ινάτη, «κι ακόμη μου φαίνεται λίγο περίεργη η ιδέα ότι αποτελούμε μια καλλιτεχνική ομάδα.»

«Συντροφιά τότε, μια καλλιτεχνική συντροφιά» προτείνει η Φλάννερυ.

Η Ινάτη χαμογελά.

«Μπορώ να συμβιβαστώ καλύτερα με την ιδέα ότι αποτελούμε μια καλλιτεχνική συντροφιά.»

«Και πώς θα λεγόμαστε;» επιμένει ο Ξέφνης.

«Αφύσικοι. Επειδή διαφέρουμε κι επειδή ερχόμαστε σ’ αντίθεση με τους φυσιστές» προτείνει ο Μωδρίνος.

«Φυσιστικότατο» λέει απορριπτικά ο Φερρέν.

«Και τι το χρειαζόμαστε το όνομα;» ρωτά η Ινάτη.

«Σύννεφα» προτείνει η Φλάννερυ.

«Σύννεφα;» ρωτά η Ινάτη μπερδεμένη.

«Σύννεφα, γιατί είναι πιο κοντινός· ο ουρανός σήμερα. Βρέχει. Κι εμείς θα είμαστε τα Σύννεφα.»

Η Βεβήλα κλεινεί την πόρτα της μικρής αίθουσας πίσω της. Παρατηρεί καχύποπτα τη Φλάννερυ, τον Ξέφνη, την Ινάτη, τον Μωδρίνο και τον Φερρέν που υψώνει ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί.

«Στη μακροημέρευση της καλλιτεχνικής μας συντροφιάς. Στη μακροημέρευση των Σύννεφων.»

Η Βεβήλα ξανακοιτά την καλλιτεχνική της συντροφιά.

«Δε θέλω να σας αγχώσω» διακόπτει την τελετουργία ο Μωδρίνος, «αλλά ακούω το ρολόι. Και μου φαίνεται ότι η φιλοσοφική θ’ αργήσει πάλι στο μάθημά της.»

«Αμάν!» αναφωνεί ο Φερρέν, «Φλέρυ, Βεβ, ελάτε, πάμε, γρήγορα, θ’ αργήσουμε, τρέξτε!»

>>

<<

Advertisements