Οι σκιές της Ιένδ Ρενιέβσκυ

Οι σκιές της Ιένδ Ρενιέβσκυ

Ανάμεσα στη Νελεγία και τη Βαλκυρία 4

Από την κεντρική οθόνη ελέγχου του Βροχερού Επισκέπτη που ταξιδεύει σαν κάποιο θρυλούμενο πουλί σε έναν ουρανό λευκού θορύβου, η Ιένδ Ρενιέβσκυ παρακολουθεί το φωτεινό περίγραμμα του γερασμένου άστρου Νσαγιάλ Β να ξεχωρίζει πίσω από τη μεγαλοπρεπή μορφή του γαλανού αέριου γίγαντα Νελεγία κρύβοντας τη λάμψη των παγωμένων της δαχτυλιδιών. Ύστερα αφήνει την αναπνοή της να ξαναβρεί έναν απαλό ρυθμό κλείνοντας τα ημιδιάφανά της βλέφαρα.

«Ο Βροχερός Επισκέπτης θα βρίσκεται στις καθορισμένες συντεταγμένες ελέγχου πορείας σε δέκα δευτερόλεπτα» ανακοινώνει η Σενύ, η πλοηγός.

Η κυβερνήτρια Ιένδ ανοίγει τα μάτια της αφήνοντας να φανεί ξανά η σκοτεινή τους φωτιά, το μόνο έντονο χαρακτηριστικό του μικρού της σώματος με τα αραιά κοντά μαλλιά που μοιάζουν σκληρά, άχαρα σαν κάποιο κομμάτι της ψυχής της, και το υπόλευκο δέρμα που θυμίζει πάπυρο προφυλαγμένο με φροντίδα από τους αιώνες που έχουν περάσει, αλλά, είναι τόσο αρχαίος, που αν αγγιχτεί ίσως διαλυθεί σαν ανάσα στον άνεμο.

«Άφιξη στις καθορισμένες συντεταγμένες ελέγχου πορείας σε τρία, δύο, ένα, τώρα» ανακοινώνει στωικά η Τ.Ν. του Βροχερού Επισκέπτη.

Η Ιένδ, ανέκφραστη, κοιτά φευγαλέα τους συντρόφους της και τις συντρόφισσές της στη μακρά της αναζήτηση. Τον Τεμόρ, με το πάντοτε αυστηρό του βλέμμα, να επαναϋπολογίζει κάποια μικρή τεχνικότητα. Τον Σερόνο, με την πάντοτε επαναστατημένη αλογοουρά που προσπαθεί να διατηρήσει αντί για μαλλιά, να παρατηρεί με προσήλωση τον τρισδιάστατο χάρτη του τομέα Ν4xý. Τη Ρατάβα, με τις κόρες που δεν εστιάζουν καλά κι εκείνη την παλιά ουλή στο δεξί της μάγουλο που ξεροκέφαλα αρνείται να σβήσει. Τον Βάντεφ, που κάθεται αριστερά της χαμογελώντας με κάτι που η Ιένδ είναι βέβαιη ότι μόνο εκείνος θα μπορούσε να θεωρεί αστείο, να γράφει κάτι με τον αρχαϊκό τρόπο· με χαρτί και με μολύβι. Τη Σενύ, που είναι η μόνη που διατηρεί ακόμη κάποιο χρώμα στο δέρμα της και κάποια εκφραστικότητα στην κίνησή της.

Δίπλα στη Σενύ το υπόλοιπο πλήρωμα μοιάζει να βυθίζεται σε κάποιο επίπεδο απροσμέτρητου χρονικού βάθους, σαν μορφές της πολυεπίπεδης τέχνης που η Ιένδ έχει πλέξει στη γέφυρα· ακαθόριστες ατελείς φόρμες που υπονοούν πολλά, μα δεν είναι τίποτε, και χάνονται στο βάθος της αντίληψης, μιας αντίληψης σμιλεμένης από τους ατελείωτους αιώνες της ζωής που διαδέχονται νωχελικά ο ένας τον άλλον. Η Ιένδ επιτρέπει ένα, σπάνιο για την εαυτή της, μειδίαμα καθώς παρατηρεί τη Σενύ που έχει κοκκινίσει πάνω από τις φακίδες της, ταραγμένη από την πρωτόγνωρη για εκείνη εμπειρία της πλοήγησης του Βροχερού Επισκέπτη λίγο πριν από μια τόσο σημαντική στιγμή· μια εικόνα προσωπικής έντασης σπάνια σαν ένα δικό της χαμόγελο. Η Ιένδ σκοπεύει να κρατήσει μια τέτοια εικόνα βαθιά μέσα της.

«Ο Βροχερός Επισκέπτης θα βρίσκεται στις καθορισμένες συντεταγμένες εμφάνισης της Πύλης σε εβδομήντα δευτερόλεπτα» ανακοινώνει με μια υποψία ενθουσιασμού στη φωνή της η Σενύ.

«Άφιξη στις καθορισμένες συντεταγμένες εμφάνισης της Πύλης σε εξήντα τρία, δύο, ένα, εξήντα» ανακοινώνει σαν να συνεχίζει τη φράση της η Τ.Ν..

Από την κεντρική οθόνη ελέγχου η κυβερνήτρια Ιένδ παρατηρεί με σφιγμένα τα χείλη το ημιφαντασμικό διαστημόπλοιο με τις αρμονικές γραμμές που ρέουν στο κενό ανάμεσα στα αστέρια καθώς τα ασημόλευκα χρώματα παιχνιδίζουν στο δανεικό φως του λευκού φεγγαριού Βαλκυρία 4 και τη λάμψη του Νσαγιάλ Β. Κοιτά ένα από τα ομορφότερα ανθρώπινα δημιουργήματα που φάνηκε στους κοσμικούς ουρανούς του σύμπαντός της στους, όσους και τα αστέρια, αιώνες της ιστορίας να κατευθύνεται στο σημείο της στιγμιαίας εμφάνισης της χωροχρονικής απροσδιοριστίας που, μαζί με τους συνταξιδευτές της και τις συνταξιδεύτριές της, συντέλεσε να δημιουργηθεί με προσεκτικά υπολογισμένες παρεμβάσεις σε κάποιους από τους πιο παράδοξους από τους νόμους της φύσης· στο σημείο της εμφάνισης της χωροχρονικής απροσδιοριστίας που, αφαιρετικά, ονόμασαν Πύλη. Ακόμη και χωρίς την εξειδικευμένη τεχνολογία του Βροχερού Επισκέπτη, η Ιένδ σχεδόν διακρίνει πια τη δομή του γνωστού της σύμπαντος έτοιμη να διαρραγεί.

«Άφιξη στις καθορισμένες συντεταγμένες εμφάνισης της Πύλης σε είκοσι τρία, δύο, ένα, είκοσι» ανακοινώνει μηχανικά η Τ.Ν..

Έχουν περάσει αιώνες από τότε που το πρόσωπό της άφηνε τα συναισθήματά της να φανούν, αλλά στο βάθος των ματιών της μια εσωτερική σκοτεινή φωτιά προδίδει την προσμονή της. Ακόμη βαθύτερα μέσα της κρύβονται σκιές μιας πιο πεζής, πιο ανθρώπινης αβεβαιότητας, μα η Ιένδ τις απορρίπτει.

«Άφιξη στις καθορισμένες συντεταγμένες εμφάνισης της Πύλης σε δεκατρία, δώδεκα, έντεκα, δέκα» ανακοινώνει αδιάφορα η Τ.Ν..

Κάποτε, θυμάται, είχε υψώσει τα μάτια της να κοιτάξει το σύμπαν από κάποιο σχεδόν λησμονημένο λιβάδι, κι εκείνο της είχε αποκαλύψει τους ατέρμονούς του ορίζοντες χαρίζοντας της λίγα πολύτιμα δάκρυα. Όταν διασχίζει το αχανές, παγωμένο διάστημα, μια παράξενη ζεστασιά αγκαλιάζει ακόμη την καρδιά της, αλλά δεν της χαρίζονται πλέον δάκρυα, κι η Ιένδ είναι έτοιμη να ξεκινήσει πια ένα καινούριο ταξίδι. Όμως τα μάγουλα της είναι υγρά κάτω από τα δάχτυλά της…

«Άφιξη στις καθορισμένες συντεταγμένες εμφάνισης της Πύλης σε τρία…»

…αντίο, σύμπαν…

«…δύο…»

…αντίο…

«…ένα, τ-»

***

Η γυναίκα που μιλά με τα φαντάσματα

Ο κόσμος γύρω από τον Βροχερό Επισκέπτη είναι σκοτεινός. Οι γραμμές λευκού θορύβου έχουν εξαφανιστεί από τα αισθητήριά του όργανα. Η Ιένδ κοιτά τον άναστρο ουρανό που πριν λίγες στιγμές, στιγμές που μάλλον δε μπορεί να χαρακτηρίσει δευτερόλεπτα, δεν υπήρχε, μα τα μάτια της βαραίνουν όσο ποτέ άλλοτε· σαν οι ατέρμονοι αιώνες της ζωής της να λυγίζουν τις χάρτινες της πλάτες όσο η στιγμή λίγες στιγμές πριν, τότε που οι στιγμές ήταν ακόμη δευτερόλεπτα, όταν ο χρόνος κι ο χώρος διαστάλθηκαν σε τρομακτικά μεγέθη οδηγώντας τη σε κάποιον τόπο απροσδιόριστα μακρινό από τους γνωστούς της γαλαξίες. Κοιτά τις συνταξιδεύτριές της και τους συνταξιδευτές της. Μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί εξίσου με αυτή. Ο Τεμόρ, μάλιστα, έχει καταρρεύσει ανάμεσα στον Βάντεφ και τη Ρατάβα που ετοιμάζει ήδη ένα ενδοφλέβιο επίθεμα γλυκογόνου δ2. Η γιατρός γνέφει καθησυχαστικά σε απόκριση του ερωτηματικού της βλέμματος καθώς βοηθά ένα φορείο να ανασηκώσει τον ημιλιπόθυμο Τεμόρ.

«Στο ιατρείο» λέει η Ρατάβα κι ακολουθεί το ρομπότ-φορείο στην αριστερή από τις κεντρικές εξόδους της γέφυρας. Η Ιένδ δεν ανησυχεί. Η Ρατάβα δεν έχει ανάγκη τη βοήθειά της. Αν τυχόν χρειαζόταν κάτι θα το είχε ζητήσει. Κι αισθάνεται τόσο κουρασμένη…

«Ο Βροχερός Επισκέπτης ταξιδεύει πέρα από τις γνωστές μας συντεταγμένες» ανακοινώνει άχρωμα, διεκπεραιωτικά σχεδόν, «κι εγώ πηγαίνω να ξαπλώσω,» βέβαιη ότι το υπόλοιπο πλήρωμα θα ακολουθήσει σύντομα το παράδειγμά της.

Η Ιένδ βγαίνει παραπατώντας από τη γέφυρα και, κατευθυνόμενη προς την καμπίνα της, βαδίζει ανάμεσα στις βυθισμένες στους αλλεπάλληλους καθρέφτες των τοιχωμάτων, του δαπέδου και της οροφής καμάρες που σχηματίζουν τους διαδρόμους του κεντρικού καταστρώματος του διαστημοπλοίου.

Γιατί είμαι τόσο κουρασμένη; Ελπίζω να μην έχουμε κάνει κάποιο μη αναστρέψιμο λάθος στους υπολογισμούς μας…

Με την άκρη των ματιών της διακρίνει τις αρχαίες σκιές να την ακολουθούν ανάμεσα στις αναδυόμενες από ανοίκεια βάθη καμάρες. Τις αγνοεί με επιμέλεια, έως ότου φτάνει στο δωμάτιό της και κλείνει την πόρτα του πίσω της, αφήνοντας το κατάστρωμα στους σκοτεινούς του καθρέφτες. Εξουθενωμένη αφήνεται να πέσει ανάσκελα στο μεγάλο της κρεβάτι. Ανοιγοκλείνει τα μάτια της καθώς η εξάντληση αμβλύνει σταθερά τις αισθήσεις της, ενώ τα μάτια της υποβάλλονται στις δύο μάσκες του θεάτρου με τις αντίθετες εκφράσεις που σχηματίζονται ανάμεσα στο σκιερό μοτίβο του ουρανού του κρεβατιού της. Η Ιένδ κλείνει τα παπύρινα της βλέφαρα. Ύστερα τα ανοίγει ξανά κι οι δύο μάσκες, μια που γελά και μια θλιμμένη, την παρατηρούν βαθιά στα αρχαία της μάτια με τις κενές τους κόρες.

«Και πού ταξιδεύει η νόησή σου γερασμένη μου καλιακούδα;» ρωτά η μάσκα που γελά· που τα μάτια της δεν είναι πια κενά.

«Φύγε Θάλεια, είμαι κουρασμένη» απαντά ξέπνοη η Ιένδ.

«Είσαι κουρασμένη, εξαντλημένη, πονεμένη και διώχνεις εμένα· τη χαρά, τη νιότη, το γέλιο;»

«Άφησες το γέρικό σου σύμπαν για έναν τόπο νέο, ακατοίκητο, αινιγματικό» λέει η μορφή που φορά τη θλιμμένη μάσκα· που τα μάτια της δεν είναι πια κενά.

«Μελπομένη, τραγούδησε μου κάτι όμορφο» ζητά ψιθυριστά η Ιένδ.

«Μα η ομορφιά έχει χαθεί πια, όπως κι οτιδήποτε άλλο έχει χαθεί.»

«Δεν πειράζει, τραγούδησε μου κάτι κι ας έχει χαθεί» ζητά ξανά πριν κλείσει τα μάτια της βογκώντας κι η σιωπή σκεπάσει σαν άγγιγμα νύμφης το άχρονο δωμάτιο, ενώ η Ιένδ μετατρέπεται σε μια παπύρινη σκιά ενός παπύρινου, χαμένου κόσμου.

«Ιένδ! Ιένδ!» αναφωνούν οι δύο μούσες με μια μόνο φωνή προβάλοντας από το σκοτάδι, η Μελπομένη στον λευκό της κόθορνο, κρυμμένη πίσω από τη στεφανωμένη τραγική της μάσκα, κι η Θάλεια που κρατά το άχαρο ποιμενικό της ραβδί, κρυμμένη πίσω από τη μάσκα των κωμικών, καθώς μπερδεύονται σε μια μονάχα σκοτεινή μορφή που η μάσκα της αλλάζει πότε σε μια μάσκα που γελά τρελαμένη και πότε σε μια μάσκα αθεράπευτα θλιμμένη, ενώ τα μάτια της Ιένδ κλείνουν ξανά και το μυαλό της βυθίζεται σε κάποιο αρχέγονο παπύρινο όνειρο με φαντάσματα και θεές που αλλάζουν συνεχώς μορφές.

Αναμφίβολα έχουμε κάνει κάποιο τρομακτικό λάθος στους υπολογισμούς μας…

***

Μια απροσδιόριστη, χρονικά, αυγή

Την αυγή, μια αυγή ζαλιστική και θορυβώδης, μια αυγή από τα βάθη της μνήμης της, καθώς η αυγή στον τόπο αυτόν δεν είναι πραγματική, η Ιένδ ξυπνά. Οι θεατρικές μάσκες που είναι ζωγραφισμένες στον ουρανό του κρεβατιού της είναι σιωπηλές κι αποστασιοποιημένες, απλά κομμάτια ενός επαναλαμβανόμενου σκοτεινού μοτίβου, οι μούσες όμως, ιδιότροπες καθώς είναι, ίσως να την παρατηρούν από κάπου παραπέρα.

Αργή ασυμφωνική μουσική εισβάλλει στην καμπίνα της από την πόρτα της καμπίνας της που είναι ανοιχτή μια χαραμάδα. Η Ιένδ υποψιάζεται αμέσως τον Βάντεφ ως τον υπαίτιο του ανοίγματος της πόρτας. Υπόσχεται στην εαυτή της ότι θα τον εκδικηθεί. Η μουσική του είναι όμορφη όμως. Και παράδοξη. Σαν παραμορφωμένος καθρέφτης κάποιου γλυκόπικρου κόσμου· ταιριαστή με τη διάθεσή της. Θα τον εκδικηθεί αργότερα. Άραγε πού να ανακάλυψε μια τόσο όμορφη άγνωστη της ασυμφωνία και πώς να την κράτησε κρυφή από αυτή;

Η γυναίκα ανασηκώνεται, τρίβει τα μάτια της και φορά μια απλή γκρίζα μπλούζα κι ένα άνετο παντελόνι. Παρά το υπόλευκό της δέρμα, πότε δεν της άρεσε να κρύβεται ανάμεσα σε περίτεχνους συνδυασμούς χρωμάτων και σκιών που αποσυντονίζουν το βλέμμα. Βγαίνει από το δωμάτιό της, κλείνει την πόρτα πίσω της και περπατά προς την κεντρική τραπεζαρία του Βροχερού Επισκέπτη, προς τη μουσική, διασχίζοντας τους, βυθισμένους στις σκιές των αιώνων του κόσμου, διαδρόμους του κεντρικού καταστρώματος του διαστημοπλοίου.

***

Η βιβλιοθήκη έξω από τον χρόνο και τον χώρο

Στη γέφυρα του Βροχερού Επισκέπτη που ταξιδεύει σαν άυλη ιδέα σε ένα μαύρο διάστημα χωρίς αστέρια ή ήχους, έχουν συγκεντρωθεί η κυβερνήτρια Ιένδ, ο Βάντεφ, ο Τεμόρ που, χωρίς να επαναϋπολογίζει τους απαραίτητούς για αυτόν επαναϋπολογισμούς του, μοιάζει παγιδευμένος στην αφιλόξενη καρέκλα του, η Ρατάβα, αδιάλλακτη δίπλα του, η Σενύ κι ο Σερόνο. Η Ιένδ κοιτά βαθιά στα μάτια τους συνταξιδευτές της και τις συνταξιδεύτριές της.

«Έφτασε η στιγμή» λέει αποφασιστικά ανεβάζοντας έναν μοχλό και, αρχίζοντας από τα εξωτερικά τοιχώματα του Βροχερού Επισκέπτη, ξεκινά να σχηματίζεται μια φωτεινή σφαίρα στον άναστρο ουρανό που μοιάζει με πρωτόλεια ζωγραφιά πλανήτη.

Σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, αν τα δευτερόλεπτα έχουν πράγματι σημασία σε έναν τόπο σαν κι αυτόν, η ουράνια σφαίρα έχει σχηματιστεί και, με κέντρο το διαστημόπλοιο που βρίσκεται σε κάποιο χωρίς συντεταγμένες σημείο του τεχνητού πλανήτη, ξεδιπλώνονται τόποι που θα γίνουν λιβάδια και δάση, θάλασσες και βουνά, λίμνες και ποτάμια. Η Ιένδ παρακολουθεί μέσω των αναλυτικών πληροφοριών που της προσφέρουν τα αισθητήρια όργανα του διαστημοπλοίου τη δημιουργία ενός πλανήτη όπως είχε σχεδιαστεί με φροντίδα, κι επανασχεδιαστεί, ξανά και ξανά για αμέτρητα χρόνια, σε κάποιο άλλο σύμπαν, μοιράζοντας προσεκτικά στην επιφάνεια του το πιο πολύτιμο από τα φορτία του Βροχερού Επισκέπτη, κομμάτια των ανθρώπων άλλων εποχών, ενός άλλου σύμπαντος· τα βιβλία τους, συγκεντρωμένα με αφοσίωση από τις πιο κρυφές και σκοτεινές γωνιές εκείνου του άλλου σύμπαντος, ώστε να δημιουργήσουν τη βιβλιοθήκη έξω από τον χρόνο και τον χώρο, ένα απροσπέλαστο καταφύγιο της τέχνης του λόγου των ανθρώπων που θα συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητα από ό,τι συμβεί σε εκείνους.

Ένα απροσπέλαστο καταφύγιο της τέχνης του λόγου των ανθρώπων που θα συνεχίσει να υπάρχει μέχρι το τέλος όλων των κόσμων, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε καταστροφή μπορεί να επέλθει στους ανθρώπους του προγονικού της σύμπαντος. Όπως η καταστροφή εκείνης της μεγάλης αρχαίας βιβλιοθήκης. Ίσως να μη χάθηκαν τότε όλα τα αρχαία βιβλία, αλλά όσα απέμειναν είναι λιγοστά μονάχα από εκείνα που είχαν γραφτεί… Τόσα πολλά είχαν χαθεί που δε θα βρισκόντουσαν ποτέ ξανά! Την είχε στοιχειώσει αθεράπευτα η ιστορία εκείνης της αρχαίας βιβλιοθήκης και των όσων υπονοήθηκαν σε ύστερες αφηγήσεις πως χάθηκαν. Εκείνη ήταν η πρώτη από τις σκιές που η Ιένδ με τόσο πείσμα κυνήγησε. Ύστερα από τις ατελείωτες χιλιετίες των διαγαλαξιακών της ταξιδιών, την καταλαβαίνει πλέον καλά εκείνη την πρώτη σκιά.

Κλείνει τα μάτια της με σεβασμό προς τον αγαπημένο της Βροχερό Επισκέπτη που ανάσανε το κύκνειο του άσμα δημιουργώντας τον ανώνυμο αυτόν κόσμο για εκείνη. Το ομορφότερο από τα πλοία που διέσχισαν τους παγωμένους ουρανούς του πρώτου της σύμπαντος, βυθίζεται πια σαν μυθικό ασημόλευκο πουλί στην ανέφικτα μακρινή του κρύπτη για να μην ξαναπετάξει ποτέ πια. Ανοίγει τα μάτια της ξανά και σκουντά τον Βάντεφ που στέκεται δίπλα της.

«Θυμάσαι τότε; Στον Δρεβ 2;» ρωτά, «μ’ είχες ρωτήσει γιατί είχα ονομάσει Βροχερό Επισκέπτη το διαστημόπλοιό μου παλιότερε μου συνταξιδευτή κι εγώ δεν είχα απαντήσει καθώς δεν ήμουν έτοιμη ν’ απαντήσω ακόμη.»

«Δεν παραπονιέμαι. Για να μου αποσπάσεις την προσοχή είχες ανοίξει εκείνο το βαθύ μπλε Νελρύ του ‘726.»

«Τον ονόμασα Επισκέπτη επειδή ήμουν εγώ που δόθηκα σ’ εκείνον κι όχι εκείνος σ’ εμένα· εκείνος θα ‘ταν ο επισκέπτης των απόμακρων κόσμων ενός άλλου σύμπαντος κι εγώ μονάχα η επιβάτισσά του.»

«Ήταν μια τρελή ιδέα εκείνη που είχες τότε.»

«Κι εσύ την ακολούθησες.»

Ο Βάντεφ ανασηκώνει τους ώμους του απολογητικά.

«Τι νόημα θα ‘χαν οι τόσοι αιώνες της ζωής μου αν δεν έψαχνα τα σπανιότερα βιβλία του σύμπαντος σε μυστικές υπόγειες κρύπτες και ξεχασμένες πόλεις κι αν, ύστερα, δεν αναζητούσα ιδιοφυείς κοσμολόγους και παλαβούς αστροβιολόγους σε βάθη μαύρων τρυπών και σ’ άδυτα ζοφερών ωκεανών;»

«Ήταν ένα σπουδαίο ταξίδι.»

«Πολλά εννοείς. Ήταν πολλά, πάρα πολλά ταξίδια.»

«Σπουδαία ταξίδια όμως. Και μάθαμε τόσα πολλά. Είδαμε τόσα πολλά. Θυμάσαι τότε στο Ραβέδ-Σε;»

«Είναι δυνατόν να ‘χω ξεχάσει; Κι εσύ θυμάσαι τι συνέβη στην αγορά του Νέου Κουρένο;»

Μια σκοτεινή σκιά περνά μπροστά απ’ τα μάτια της Ιένδ.

«Ακόμη πονάω όταν θυμάμαι. Ευτυχώς που ταξίδευε μαζί μας πλέον η Ρατάβα, αλλιώς δε θα την είχαμε βγάλει καθαρή εκεί εγώ κι ο Σερόνο. Και αργότερα συναντήσαμε τη Σενύ και τον Τεμόρ» αναθυμάται.

Ύστερα αποδιώχνει τις αναμνήσεις της.

«Τον ονόμασα Βροχερό απ’ τη βροχή που έφεραν στα μάτια μου οι επισκέψεις μας στους απόμακρους εκείνους κόσμους.»

«Βροχή; Τα δάκρυά σου;»

Η Ιένδ γνέφει αρνητικά.

«Όχι. Όχι, δάκρυα, μια πιο μόνιμη βροχή στα μάτια μου· ο ουρανός μοιάζει πιο κοντινός. Όπως στη βροχή.»

«Μα δεν ήξερες ακόμη τι θ’ ακολουθούσε.»

Ανάμεσα από δύο απροσδιόριστες σκιές στο βάθος της γέφυρας που μετατρέπεται σε κάτι άλλο διακρίνει τη Θάλεια να χαμογελά παιχνιδιάρικα και τη Μελπομένη να την παρατηρεί με ένταση.

«Πώς θα μπορούσα να μην ήξερα» ψιθυρίζει.

Η Ιένδ σηκώνεται όρθια κι υποκλίνεται βαθιά, θεατρικά προς τις μούσες. Έχει αφιερώσει όλη την τέχνη μέσα της στην παράσταση που τους προσφέρει. Τι σημασία θα είχε εξάλλου η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης έξω από τον χρόνο και τον χώρο αν δεν είχε δημιουργηθεί με τόση τέχνη; Εξάλλου γνωρίζει πια πως δεν υπάρχει καταφύγιο ιερό αρκετά ώστε να προφυλάξει κάτι από κάθε καταστροφή. Μονάχα η δημιουργία ενός καταφυγίου με όλη την τέχνη μέσα της έχει κάποιο νόημα ύπαρξης. Αν δεν ήταν έτσι, τώρα που δημιουργεί τη βιβλιοθήκη που για ατέλειωτα χρόνια σχεδίαζε, θα μπορούσε πια να αφεθεί στις δυνάμεις του χρόνου και να θρυμματιστεί σαν πάπυρος πανάρχαιος που μόλις βγήκε από το προστατευτικό του κάλυμμα να αντιμετωπίσει τους ανέμους του κόσμου. Ανοίγει τα δάχτυλά του δεξιού της χεριού και τα σφίγγει ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού χεριού του Βάντεφ που στρέφει το βλέμμα του από τις οθόνες παρακολούθησης του πλανήτη που σχηματίζεται κάτω από τα πόδια τους προς αυτή. Η Ιένδ χαμογελά ανέμελα.

«Κάτι ύποπτο έχεις στο νου σου εσύ» λέει συλλογισμένος καθώς η Ιένδ τραβά τα ενωμένα τους δάχτυλα προς μια από τις εξόδους της γέφυρας.

«Πρόσεχε την παράσταση μας όσο θα λείπουμε» λέει στη Σενύ καθώς περνά από δίπλα της.

«…τη δημιουργία της βιβλιοθήκης εννοεί» ακούει τον Βάντεφ να εξηγεί στη μπερδεμένη πλοηγό, «κι αν μ’ ακούσεις να φωνάζω βοήθεια ενεργοποίησε το πρωτόκολλο έκτακτης ανάγκης Χ-1.»

«Το ποιο;» ρωτά έκπληκτη η Σενύ, βέβαιη ότι θυμάται καλά όλα τα πρωτόκολλα ασφαλείας του πλοίου και πως πρωτόκολλο έκτακτης ανάγκης Χ-1 δεν υπάρχει.

«Βλακείες λέει, μην τον ακούς» αποκρίνεται η Ιένδ καθώς βγαίνει από τη γέφυρα για να αντιμετωπίσει τις βυθισμένες σκιές των μονολιθικών καμάρων του κεντρικού καταστρώματος του Βροχερού Επισκέπτη που τώρα μοιάζουν λιγότερο παράδοξες από ότι συνήθως και περισσότερο ταιριαστές με τη διάθεσή της.

***

Οι άλλες σκιές

Η Ιένδ κάθεται στο βρεγμένο γρασίδι κάτω από έναν άναστρο ουρανό και το δέρμα της χρωματίζεται φεγγαρένιο στο φως των φαναριών που κρέμονται από τις αρχαίες βελανιδιές και τις εσωστρεφείς οξιές γύρω από τη λίμνη που έχει ονομάσει Μνημοσύνη. Ανάμεσα στα δέντρα που καθρεφτίζονται στη Μνημοσύνη καθρεφτίζονται κι οι βιβλιοθήκες όπου φυλά τα πιο αγαπημένα της από τα βιβλία. Σπάνια έρχεται κάποιος άλλος ή κάποια άλλη εδώ, στη μυστική της ασημόλευκη λίμνη. Ποτέ χωρίς αυτή.

«Κι αυτό;» ρωτά η Θάλεια διαλέγοντας φαινομενικά στην τύχη ένα βιβλίο, «τι θα το κάνεις τώρ’ αυτό, που ‘χεις αφεθεί σ’ ενός κρυμμένου πιάνου κι ενός απόμακρου βιολιού τη μουσική; Οι λέξεις που έχουν εδώ γραφτεί, είναι ένας θρήνος για της καταραμένης της Τανέλ τη γη.»

Η Ιένδ την κοιτά με ολόκληρη τη σκοτεινή φωτιά των ματιών της.

«Μα ήθελα έναν τόπο έξω απ’ τον χώρο και τον χρόνο για τις ιστορίες π’ αγαπώ.»

Η Μελπομένη φορά τη μάσκα της και ξεδιαλέγει προσεκτικά ένα άλλο, ένα λεπτό βιβλίο· το μονόπρακτο ‘Φρικτή Σκιά’ του Μιάρβε που είχε πρωτοπαιχτεί στο θέατρο της νε-Νάλυ.

«…κι αγαπάς αυτό;» ρωτά πλησιάζοντας αργά το εγχειρίδιό της στο γκριζωπό εξώφυλλο.

Κάτι παγωμένο διαπερνά τις παπύρινες αισθήσεις της Ιένδ.

«Νόμιζα ότι ήσουν εσύ που είχες μυστικά ψιθυρίσει τα λόγια ‘κείνα στου ποιητή τ’ αφτί» απαντά.

«Ναι, ήμουν εγώ που είχα ψιθυρίσει τα λόγια αυτά, όμως εγώ ‘χα επιθυμήσει μονάχα την παράσταση εκείνη.»

«Μα οι λέξεις με τις οποίες ο Μιάρβε μετέφερε τη νε-Νάλυ όπως του την έδειξες ίσως τελικά να ‘ταν αναπόφευκτο να βυθίσουν τον πλανήτη εκείνο σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Ίσως οι λόγοι που η νε-Νάλυ ερήμωσε και το θέατρο της εγκαταλείφθηκε να ‘ταν εκεί ανεξάρτητα από τον Μιάρβε. Ίσως η ‘Φρικτή Σκιά’ να ‘ναι μοναχά ο ζοφερός επικήδειος της νε-Νάλυ.»

«…της μνήμης παιχνίδι.»

«Η μητέρα σου είν’ η μνήμη…»

«…γι’ αυτό και με παιχνίδια της δεν παίζω.»

Τα χείλη της Ιένδ σχηματίζουν ένα μικρό μειδίαμα.

«Αν τελικά καταφέρω να πείσω τη Σενύ να υποδυθεί τη Σκιά Β, θα το χρειαστώ αυτό της μνήμης το παιχνίδι…»

Η Μελπομένη διστάζει.

«…παιχνίδια των ανθρώπων» αποκρίνεται τελικά.

«Ίσως θεά, αλλά είμαι κι εγώ μια άνθρωπος. Χρειάζομαι της μνήμης τα παιχνίδια…»

«…ο σκοπός είναι να σε θυμούνται οι άνθρωποι τότε;» αναρωτιέται η μούσα, «όμως οι δρόμοι της νε-Νάλυ δε θα ξαναζήσουν πέρα απ’ τις σκιές του θανάτου της.»

«Ο σκοπός είναι να σε θυμούνται οι θεές ή οι άνθρωποι; Οι άνθρωποι ή τα φαντάσματα;»

Η Μελπομένη κοντοστέκεται και με αργές κινήσεις βγάζει την τραγική της μάσκα.

«Τι σημασία έχει αν σε θυμούνται οι άνθρωποι ή τα φαντάσματα αν από τα σκοτεινά νερά της λήθης του θανάτου δεν ξεφεύγεις; Ίσως αρκεί να σε καταλαβαίνουν οι άνθρωποι και τα φαντάσματα που διαλέγεις εσύ να σε καταλάβουν, ακόμη κι αν απομένουν πια μονάχα μερικά παιχνίδια της μητέρας μου ώστε να σε καταλάβουν…»

«…συνήθως ήταν της Θάλειας η τελευταία λέξη.»

«Εμένα μ’ αρκεί να με καταλαβαίνεις μικρή μου» φωνάζει γελώντας εκείνη καθώς εξαφανίζεται τραβώντας την αδελφή της που διαμαρτύρεται ανάμεσα στα μοτίβα των σκιών του δάσους του κόσμου που η Ιένδ δημιούργησε για να καταλάβει τις ανοίκειες ακόμη σκιές της που παιχνιδίζουν ανάμεσα στα αρχαία δέντρα γύρω από την ασημόλευκη λίμνη που έχει ονομάσει Μνημοσύνη.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s