6. Απορίες

6. Απορίες

Το λευκό του χιονιού κυριαρχεί ακόμη στους κήπους του πανεπιστημίου καθώς η Βεβήλα, με ένα τετράδιο κι ένα μολύβι στα χέρια, παρατηρεί νωχελικά τους ανθρώπους που διασχίζουν αργόσχολα τα πλακόστρωτα μονοπάτια. Οι παρέες των φοιτητών μοιάζουν ιδιαίτερα ευδιάθετες σήμερα. Ακόμη κι οι υπηρέτες χαμογελούν περισσότερο από ότι συνήθως. Με εξαίρεση τη δράκαινα βέβαια, την αρχικαμαριέρα των γυναικείων κοιτώνων. Αλλά η Βεβήλα αμφιβάλει αν η δράκαινα έχει ποτέ γελάσει. Η ημέρα είναι όμορφη όσο λίγες· ένα πραγματικό ανοιξιάτικο πρωινό. Χάρη στη χθεσινή χιονοθύελλα ο κρύος άνεμος που ανασαίνει, είναι πιο ευχάριστος από ότι συνήθως. Ακόμη και τα πουλιά κελαηδούν περισσότερο από ότι συνήθως. Ίσως να κελαηδούν και τα πραγματικά πουλιά. Το μικρό πουλί που ζητιανεύει λίγο από το μπισκότο της Φλάννερυ φαίνεται αρκετά πραγματικό πάντως. Δε θυμάται κάποιο από τα πουλιά του πανεπιστημίου να τρώει ψίχουλα. Εξάλλου το πανεπιστήμιο δε συνηθίζει να κράτα σπουργίτια στους κήπους του. Εκτός κι αν κάποιος ελαφρώς σαλταρισμένος φοιτητής της μηχανολογίας αποφάσισε να πειραματιστεί. Δεν είναι απίθανο. Παλαβοί είναι όλοι τους εκεί μέσα.

«Φλέρυ, είναι αληθινό;» ρωτά τη φίλη της δείχνοντας το σπουργίτι.

«Είναι, ναι.»

«Πώς το ξέρεις;»

Η Φλάννερυ ξαφνιάζεται.

«Δηλαδή εσύ δεν το ξέρεις; Ε, από την εμπειρία μου υποθέτω. Όταν ήμουν μικρή, είχαμε πολλά πουλιά στον κήπο του σπιτιού μου.»

«Πραγματικά πουλιά;»

«Ε, ναι. Τα περισσότερα δηλαδή. Κυκλοφορούσαν και μερικά μηχανικά, αλλά όχι πολλά τόσο μακριά από τη Βάντε. Είχα και τον παπαγάλο μου βεβαια» λέει περνώντας τα δάχτυλα του ενός της χεριού ανάμεσα από τα πυρόξανθα μαλλιά της, «Σου έχω μιλήσει για τον Πύνωνα;»

Η Βεβήλα γνέφει αρνητικά.

«Ήταν ένας όμορφος πράσινος παπαγάλος. Ήταν δώρο της μαμάς μου στα έκτα μου γενέθλια, τον φώναζα Πύνωνα, παίζαμε μαζί και τον αγαπούσα πολύ.»

«Και πού είναι τώρα ο Πύνωνας;»

«Έπαθε βραχυκύκλωμα κι έπεσε στη λίμνη. Ο μπαμπάς τον έστειλε για επισκευή, αλλά όταν γύρισε δεν ήταν ο Πύνωνας ήταν απλώς ένας πράσινος παπαγάλος που του έμοιαζε πολύ.»

«Ω, λυπάμαι πολύ Φλέρυ» λέει η Βεβήλα και σφίγγει τη Φλάννερυ στην αγκαλιά της.

«Βεβήλα, δεν πειράζει, τέτοια πράγματα συμβαίνουν.»

«Μα πώς δεν πειράζει; Εσύ τρέμεις.»

«Εσύ φταις που με έχεις αγκαλιάσει και δε μπορώ να κρατηθώ» απαντά γελώντας, «εξάλλου τον χάρισα στη Νιάνδη, την κόρη μιας υπηρέτριας για τα γενέθλιά της. Τον φωνάζουν Νία τώρα. Πάμε, μήπως προλάβουμε να πιούμε καφέ πριν από το μάθημα;» ρωτά τραβώντας την από το χέρι.

Καθώς παραμερίζουν για να μη πέσουν σε δύο αστυνομικούς που τους προσπερνούν αγέρωχα, η Βεβήλα κοντοστέκεται σκεφτική.

«Δε σου φαίνεται πως κυκλοφορούν πολλοί αστυνομικοί στο πανεπιστήμιο σήμερα;» ρωτά.

«Ιδέα δεν έχω. Μα τι αστείες ερωτήσεις που κάνεις καμιά φορά!»

«Αστείες;» ρωτά ξαφνιασμένη η Βεβήλα.

«Όχι ακριβώς αστείες, απλώς παράξενες.»

«Παράξενες; Γιατί ήταν παράξενη η ερώτησή μου;»

«Βεβήλα, σε παρακαλώ, δείξε έλεος. Είναι πολύ πρωί! Και, ξέρω, κορίτσι που κοιμάται την αυγή, κοιμάται και στον γάμο, και τα λοιπά, και τα λοιπά, αλλά δεν έχω πιει ούτε ένα φλυτζάνι καφέ ακόμη. Λυπήσου με! Εξάλλου, με τον καθηγητή Χαιρέλ έχουμε την πρώτη ώρα. Θα χαρεί πολύ να δει ότι η φιλοσοφική σου σκέψη είναι ιδιαίτερα αιχμηρή σήμερα. Θα κάνεις μεγάλη χάρη και στην τάξη που θα κερδίσει μια ώρα ύπνου. Εγώ θέλω να πιω καφέ» γκρινιάζει η Φλάννερυ ανάμεσα στα γέλια της Βεβήλας που ανοίγει την πράσινη πόρτα της καφετέριας.

«Καλημέρα Αλίνα. Καφέ;» ρωτά η Φλάννερυ τη σερβιτόρα.

«Φυσικά κυρία Φλέρυ.» απαντά εκείνη χαμογελώντας καθώς η προσοχή της Βεβήλας στρέφεται στον πίνακα ανακοινώσεων της καφετέριας.

Απαγωγή της κόμισσας Μιάνας μυ Ντενώβε Ρέε, γράφει η επικεφαλίδα της χωρισμένης σε δύο στήλες ανακοίνωσης. Την αριστερή στήλη καλύπτει μια μεγάλη φωτογραφία ενός κοριτσιού δεκατριών ή δεκατεσσάρων χρονών με περίτεχνες μπούκλες που φορά ένα ακριβό φόρεμα και χαμογελά ανέμελα. Η δεξιά στήλη είναι μια ανακοίνωση της αστυνομίας.

Η αστυνομία έπραξε το καθήκον της και αντιμετώπισε επιτυχημένα εχθές τους εχθρούς της πόλης, τόσο στο έδαφος, όσο και στον αέρα. Βρίσκεται ήδη στα ίχνη των μεμονωμένων τρομακρατών που, στην άνανδρη προσπάθειά τους να διαφύγουν από τη δικαιοσύνη, προέβησαν σε μία ακόμα φρικαλέα πράξη προσβολής των πατροπαράδοτων ηθών της πόλης μας. Η κόμισσα Μιάνα μυ Ντενώβε Ρέε έπεσε θύμα απαγωγής. Για την ασφαλή της επιστροφή στην οικογενειακή της εστία, η αστυνομία έχει ήδη εξαπολύσει εκτεταμένη επίθεση στα εγκληματικά στοιχεία της πόλης. Οι πολίτες της Βάντε μπορούν -και οφείλουν- να κοιμούνται ήσυχοι, διαβάζει σκεφτική η Βεβήλα.

«Στον αέρα; Πώς αντιμετώπισε τους τρομοκράτες στον αέρα δηλαδή;» ρωτά παραξενεμένη τη Φλάννερυ που στέκεται δίπλα της κρατώντας ένα φλυτζάνι αχνιστό καφέ.

«Α, αυτό το ξέρω. Η Αλίνα μου έλεγε ότι γίναν επιθέσεις από αερόπλοια χθες και ένα από αυτά, στην προσπάθεια του να ξεφύγει από τους αστυνομικούς, πήρε για όμηρο την κόμισσα Μιάνα που βρέθηκε στον δρόμο τους. Το γράφουν όλες οι εφημερίδες σήμερα.»

«…έτσι εξηγείται λοιπόν. Μα πού βρήκαν τα αερόπλοια αυτοί οι περιθωριακοί;» αναρωτιέται η Βεβήλα.

«Ίσως η αστυνομία να λέει ψέματα» λέει η Φλάννερυ.

 «Να λέει ψέματα; Γιατί να λέει ψέματα η αστυνομία;»

«Δεν ξέρω, είναι κάτι που έλεγε ο πατέρας μου. Η αστυνομία δε λέει πάντα την αλήθεια, έλεγε.»

«Αν είναι έτσι, τότε ποιο είναι το ψέμα; Ότι οι τρομοκράτες απήγαγαν την κόμισσα μυ Ντενώβε Ρέε; Ίσως οι λόγοι που την απήγαγαν; Να μην έγινε ποτέ επίθεση με αερόπλοια; Και τι σημασία θα είχε;»

Η Φλάννερυ γελά.

«Έλα» λέει τραβώντας την από το χέρι, «πάμε να καθίσουμε.»

«Μα γιατί; Μια χαρά πίνεις τον καφέ σου όρθια.»

«Δεν είναι το ίδιο» γκρινιάζει η Φλάννερυ, «στο έχω ξαναεξηγήσει. Η τελετουργία του καφέ είναι ιερή.»

«Δεν φαίνεσαι να αντιμετωπίζεις σοβαρό πρόβλημα με τις ιεροσυλίες αν κρίνω από τη στάθμη αυτού του καφέ.»

«Είσαι ανυπόφορη» δηλώνει καθως κάθεται σε μια κόκκινη καρέκλα.

«Ό,τι μπορώ κάνω.»

«Βεβήλα; Δε θα μου δείξεις το ποίημα που διόρθωνες;»

Η μελαχρινή κοπέλα τη λοξοκοιτά.

«Όχι» απαντά χαμογελώντας, «έχουμε συμφωνήσει πως όλα τα καινούρια ποιήματα θα διαβάζονται στη συνάντηση των Σύννεφων.»

«Είμαι η καλύτερη σου φίλη!»

«Μα θα ήταν άδικο για τα υπόλοιπα Σύννεφα, δε θα ήταν;»

«Ε, δε χρειάζεται να το μάθουν» λέει με μάτια που τη διαπερνούν με την ένταση αυτού που ζητούν.

«Καλά» υποχωρεί διστακτικά η Βεβήλα ψάχνοντας το ποίημα στο τετράδιό της, «το έγραψα χθες το βράδυ, αφότου η χιονοθύελλα είχε κοπάσει.»

στης πόλης τη νύχτα
ένα σκοτάδι
βουνό απόρθητο

>>

<<

Advertisements