Witching Hour Riot

Witching Hour Riot

Στη βιβλιοθήκη

Η Μαίρη διακόπτει την πληκτρολόγηση του μητρώου και κοιτά το ρολόι της οθόνης της. 07:52. Σπρώχνει πίσω τη καρέκλα της, σηκώνεται και, παρότι φορά τακούνια, βαδίζει αθόρυβα προς τη γυναίκα με την… επικίνδυνη αφέλεια που πέφτει λοξά στα μακριά μαύρα της μαλλιά και τα… ασυνήθη περίτεχνα ρούχα που είναι το μοναδικό μέλος που χρησιμοποιεί αυτήν τη στιγμή το αναγνωστήριο.

«Με συγχωρείτε δεσποινίς Άννα, σε πέντε λεπτά κλείνουμε» λέει κι εκείνη κάνει το πιο παράξενο πράγμα. Βυθίζεται ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου που διάβαζε! Δηλαδή χτυπά μ’ έναν γδούπο το βιβλίο της στο πρόσωπό της.

«Δεσποινίς Άννα!» αναφωνεί σοκαρισμένη η Μαίρη, «χτυπήσατε;»

Εκείνη τη κοιτά πλαγιαστά πάνω από τα τυπογραφημένα γράμματα και τα μάτια της λένε σαφώς μην ασχολείσαι· είμαι καλά, μην ανησυχείς, αλλά μη μ’ εκνευρίζεις κιόλας.

«Όχι» απαντά και κλείνει το βιβλίο. Το δίνει στη νεαρότερη βιβλιοθηκάριο, σηκώνεται απο την πολυθρόνα της, φορά το γκρίζο της παλτό με το παράξενο κόψιμο που μοιάζει ν’ ανήκει περισσότερο στον διάδρομο κάποιας αβάν-γκαρντ πασαρέλας παρά στην καθημερινότητα, παίρνει την ομπρέλα της και κατευθύνεται προς την έξοδο του τμήματος λογοτεχνίας της βιβλιοθήκης.

Η Μαίρη απομένει να παρατηρεί την επιβλητική γυναίκα να βαδίζει αργά, παγιδεύοντας κάθε βλέμμα στην αίθουσα -το δικό της δηλαδή- κι αισθάνεται την ακαταμάχητη παρόρμηση να την πιάσει από τους ώμους και να την ταρακουνήσει ουρλιάζοντας.

Πού πάει με κοντή φούστα στη βροχή;

Η πόρτα πίσω από τη γυναίκα κλείνει μ’ ένα τρίξιμο κι η Μαίρη ανασαίνει βαθιά, κάτι που δεν πρέπει να ‘χε κάνει αρκετά τα προηγούμενα δευτερόλεπτα. Κοιτά το βιβλίο που κρατά. Η μηχανή του χρόνου. Το τοποθετεί στο ράφι ‘ΞΛ-ΓΟΥ’ και πηγαίνει να κλειδώσει την πόρτα, αναρωτιόμενη τι να βρίσκει η στιλάτη -αν κι ελαφρώς ρετρό- πρώην τραγουδίστρια του -τα σκαθάρια να το κάνουν- ροκ συγκροτήματος Witching Hour Riot, Άννα Λίτσι, στις σελίδες των βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που έχει ρημάξει τελευταία.

***

Η αναζήτηση

Η Άννα έχει ανοίξει τη μεγάλη της ομπρέλα και περπατά στους έρημους λόγω της δυνατής βροχής δρόμους. Κι αν βραχεί λίγο, τι πειράζει; Άνθρωποι στον δρόμο δεν υπάρχουν· ο κόσμος σταματά να τη δει να περνά με τον ρυθμικό υπόκωφο χτύπο της μπότας της στο βρεγμένο κράσπεδο. Όμως δε μπορεί να βγάλει από τη σκέψη της ότι ο Γουέλς, όπως ο Νόβικοφ, ο Αϊνστάιν, η Λ’Ενγκλ κι αρκετοί άλλοι λαμπροί, σύμφωνα με τις αρχικές της πληροφορίες, στοχαστές στάθηκαν ανίκανοι τελικά να τη βοηθήσουν.

Όλα μόνη της θα πρέπει να τα κάνει πάλι. Με ξαφνική βιασύνη βγάζει το μαγικό της ραβδί και με λίγες σιγανές λέξεις, εξαφανίζεται από το δρόμο για να εμφανιστεί μέσα από τη πόρτα του σπιτιού της. Κλείνει την ομπρέλα της, τη τοποθετεί στην ομπρελοθήκη, βγάζει το παλτό της, το τοποθετεί στη κρεμάστρα, ρυθμίζει το τζάκι ώστε να ανάψει και κάνει το τελευταίο πράγμα που ήθελε να κάνει. Ρωτά τις μαγεμένες της αίσθησεις που εκμεταλλεύονται την αδυναμία της ξεχυνώμενες ελεύθερες στο σπίτι ουρλιάζωντας σαν λύκοι στη πανσέληνο, αγνοώντας το πόθο της μάγισσάς της να μάθει. Ύστερα από λίγη ώρα και αφού έχει δημιουργήθει μία μικρή εστία φωτιάς στο υπνοδωμάτιο, σχηματίζεται ένα ανθρώπινο πρόσωπο που θα έμοιαζε πολύ σε εκείνο της Άννας εάν τα χαρακτηριστικά του δεν ήταν τόσο τραβηγμένα.

«Να πας στη Ρ’λύε!» λέει και χάνεται αφήνοντας την Άννα με τη προφανή απορία. Πώς πηγαίνει στη Ρ’λύε;

«Να ρωτήσεις τον αρχιερέα του Λενγκ!» απαντά η φωνή καθώς ορμά να βγει από το παράθυρο. Η Άννα καλεί την ιπτάμενή της σκούπα, με μερικές συγχυσμένες διαταγές σβήνει τη φωτιά του υπνοδωματίου, εξαφανίζει το μικρό παγετώνα της τουαλέτας και προλαβαίνει να εξαφανίσει το παράθυρο μόλις πριν πέσει πάνω του κρατώντας με τα ακροδάχτυλά της τις μαγεμένες της αισθήσεις που όρμουν σε περιοχές άγνωστες στην Άννα (και κάθε άλλο άνθρωπο πιθανότατα) με ταχύτητα φωτός ώσπου συγκρούονται με το βραχώδες έδαφος δημιουργώτας ένα κρατήρα.

Η Άννα τρίβει το πονεμένο της κεφάλι και κοιτά γύρω της. Μονάχα δυο-τρεις από τις μαγεμένες τις αισθήσεις υποκρίνονται τους ψόφιους κοριούς γύρω της, κατά τ’ αλλά παντού ερημιά και εκείνη η απόμακρη μουσική στον άνεμο. Ένας παράξενος συνδυασμός φλογέρων κι ενός άλλου ήχου -σαν κάτι να χτυπά παρατατεμένα.- Δεν είναι κακό. Ανασηκώνεται ευχόμενη να είχε προλάβει να πάρει το παλτό της και να μη βρισκόταν με το κατακόκκινο φόρεμα της στη μέση ενός παγωμένου γκρίζου κόσμου. Αν δεν ήταν μάγισσα πιθανότατα δεν θα άντεχε πολύ το ψύχος που τσακίζει κόκαλα. Μαζεύει τις μαγεμένες της αισθήσεις που δεν είχαν συμμαζευτεί μόνες τους και ακολουθεί τη κατεύθυνση της μουσικής.

Μονάχοι, στη σιωπή μίας παράξενης μουσικής, στη σκιά ενός ανύπαρκτου ήλιου και στο κρύο ενός απόμακρου κόσμου υψώνονται οι αλλόκοτοι βράχοι ενός κοντόχοντρου, χωρίς παράθυρα οικοδομήμηατος ανάμεσα σε ένα κύκλο ακατανόητα αρχαίων ακατέργαστων μονόλιθων. Μετά από λίγα λεπτά μονότονου πετάγματος στη μαγική της σκούπα, η Άννα δε διστάζει στιγμή. Μπαίνει πετώντας στο στοιχειωμένο μοναστήρι. Ακολουθεί τις αλλόκοτες στροφές και τις παράλογες ευθείες που οδηγούν σταθερά κάπου δυσοίωνα συλλογιζόμενη ότι όποιος έφτιαξε αυτό το μέρος είναι άσχετος με το φενγκ σούι. Σχεδόν λυπάται όσους μένουν εδώ. Το τσι τους πρέπει να βρίσκεται σε άθλια επίπεδα. Όσο για τις τοιχογραφίες που μία μικρή κινούμενη λάμπα φώτιζε φευγαλέα αγκομαχώντας να ακολουθήσει το ρυθμό της σκούπας της είναι απόλυτα φριχτές. Ανοσιουργήματα μοντέρνας τέχνης σε ύφος που κανένας άλλος ατάλαντος τύπος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες δεν έχει πιθανότητα να φτάσει. Τύποι με κέρατα και οπλές, παράδοξα πρόσωπα, χορεύουν σε λησμονημένες διαβολικές πόλεις ή πολεμούν περισσότερο ανθρώπινα τέρατα. Ή εκείνα τα άθλια μαύρα ψαροκάϊκα που ήρθαν από το διάστημα μεταφέροντας τον Ε.Τ.. Μέχρι που έφτασε στα ιπτάμενα ζόμπι των απλησίαστα ψηλών σπηλιών. Εκεί σταματά παραφρονημένη.

Παρατηρεί προσεχτικά τη ρευστή αβυσσαλέα αρχαία εικόνα. Τέρατα με στριφτά κέρατα και αγκαθωτές ουρές, αρπακτικά πέλματα και ελαστικά σώματα που υπονοούν φρίκη ακατανόητη. Σιωπηλά, αρπαχτικά ζόμπι. Ούτε οι υπερρεαλιστικες τερατωδίες του φίλου της, του Μάσιμο δε φτάνουν σε τέτοια επίπεδα καταστροφής του ζεν. Θα πρέπει να τον φέρει κάποια φορά εδώ. Θα βρει απύθμενα βάθη καλλιτεχνικής έμπνευσης. Ή μάλλον θα τον στείλει μόνο του. Αυτή δεν ξανάρχετε σ’ αυτό το άθλιο μέρος. Ανεβαίνει ξανά στη σκούπα της και πετά. Μουρμουρίζει και ένα ξόρκι να φωτίσει τον τρομερό διάδρομο και το βαθύ, άζωο σκοτάδι τρέχει να κρυφτεί στις απαίσιες γωνίες γιατί η παράλογη σφαίρα έχει καταρρεύσει ξέπνοη δίπλα στη τοιχογραφία με τα ζόμπι. Άχρηστα αρχαία πράγματα.

Μπαίνει σε ένα μεγάλο θολωτό μέρος, στολισμένο με ημιανάγλυφα. Στο κέντρο του υπάρχει ένα βαθουλό στρογγυλό άνοιγμα όπου έχει καταφύγτι το ανοίκειο σκότος και ολόγυρά του έξι δυσοίωνα λεκιασμένοι βωμοί. Στην απέναντι άκρη υπάρχει ένα λεπτό πέτρινο βάθρο με πέντε σκαλοπάτια. Και εκεί, πάνω σε ένα χρυσό θρόνο, κάθεται μία κακόγουστη μορφή. Φορά κίτρινη ρόμπα με κόκκινη διακόσμηση και κίτρινη μάσκα στο πρόσωπο. Όλα από μετάξι.

«Για τη Ρ’λύε καλά πηγαίνω;»

Ο κρυμμένος στο άπλετο φως σηκώνει στα μεταξοκαλυμμένα άκρα του μία φλογέρα από ελεφαντόδοντο με αηδιαστικά σκαλίσματα. Μ’ αυτή σφυρίζει κάποιους ήχους μέσα απ’ τη κίτρινη μάσκα του. Η Άννα ανανέει βαθιά προσπαθώντας να αυτοσυγκρατηθεί.

Τα αποτελέσματα της έλλειψης τσι που λέγαμε.

Ο βλάσφημα κακόγουστος αρχιερέας μετατοπίζει ανάλαφρα το ένα γκριζόλευκο άκρο του και η Άννα κατανοεί τι φρίκη είναι ο τρελός ιερέας. Συγκλονισμένη αρπάζει τη μαγική της σκούπα και αφήνει τις τρομοκρατημένες μαγεμένες της αισθήσεις να τη καθοδηγήσουν μακριά από εκείνη τη συστρεφόμενη, μεταξοντυμένη, ατάλαντη τερατωδία. Το μέρος έμοιαζε χειρότερο από συλλογή έργων αφαιρετικού εξπρεσσιονισμού. Πετά πάνω από στεριές., κόκκινους ήλιους, απύθμενους ωκεανούς, μαύρα βουνά κυνηγημένη από την ανάμνηση καλλιτεχνικών τερατωδιών και αφού περνά μερικές σχετικά ήρεμες θάλασσες που της θυμίζουν της θάλασσες της γης, καταλήγει σε ένα μικρό νησί όπου δεσπόζει ένα υπερβολικά ψηλό βουνό. Εκεί οι μαγεμένες της αισθήσεις την αφήνουν. Ξανά. Μερικές ιδιαίτερα προβληματικές πηγαίνουν να παίξουν με τα κύματα.

***

Η ερώτηση στον Κθούλου

Η Άννα αποφασίζει ότι δεν πρόκειται να ξαναεμπιστευτεί τις μαγεμένες της αισθήσεις όσο και αν απειλείται από δυσθεώρητα απειλητικές υπάρξεις η καλλιτεχνική της αντίληψη. Παρατηρεί προσεχτικά το νησί. Είναι ολόκληρο ένα κολοσσιαίο βουνό απροσδιόριστου βαλτώδους χρώματος με μία κορυφή στεφανώμενη με μονόλιθους. Μία μεγαλειώδης υγρή Βαβυλώνα Αρχέγονων Δαιμόνων που αναδύθηκε από τα κύματα.

«Σκούπα!» φωνάζει απλώνοντας το ένα της χέρι.

Η γεωμετρία του χώρου μοιάζει αφύσικη, τελείως λάθος, σαν η γεωμετρία της στο λύκειο να απλώνεται ως εκεί που φτάνει το μάτι. Της έρχεται στο νου η κυρία Ελένη, η δασκάλα της να της λέει «το τετράγωνο σου είναι τελείως λάθος” στο μάθημα της γεωμετρίας με εκείνο το συνηθισμένο της επιτιμητικό ύφος. Χρόνια είχε να τη θυμηθεί. Ογκόλιθοι πράσινοι ακατανόμαστου ύψους τη κυκλώνουν σε μία πνιγερή αγκαλιά. Αλλά εκείνα τα τερατώδη σκαλιά… Ποιος άθλιος αρχτιέκτονας έφτιαξε εκείνα τα διαστροφικά τιτάνια σκαλιά που σίγουρα δεν είναι φτιαγμένα για ανθρώπους, αλλά γίγαντες.

Δεν υπάρχει περίπτωση να λερώσει τις αγαπημένες της μαύρες μπότες και τις δαντέλες της κόκκινής της φούστας στην αηδιαστική πράσινη βλέννα που γλιστρά κατά κύματα από τα αφύσικα σκαλιά, έτσι ανεβαίνει στη σκούπα της και ανάμεσα σε ιλιγγιώδη αγάλματα και βλάσφημα ανάγλυφα πετά προς τη κορυφή. Ο ήλιος, παραμορφωμένος μέσα από το διαθλαστικό μίασμα που αναδύει αυτή η πολεοδομική διαστροφή που δίπλα της Αθήνα μοιάζει καλοσχεδιασμένη πόλη, ρίχνει τις παγερές του ακτίνες στις πιο ακατάλληλες στροφές και γωνίες για να φωτίσει τις πιο ακαλαίσθητες τερατωδίες του σίγουρα φτιαγμένου μακριά από αυτή τη γη όγκου που βγήκε από τη θαλάσσα. Απειλές και τρόμοι παρομονεύουν διαβολικά το πέρασμα της Άννας σε τρελά ασύλληπτες γωνίες του σκαλισμένου από τερατώδη εργαλεία βράχου ψιθυρίζοντας για το ιπτάμενο χάος που ήρθε από κάποιο απροσδιόριστο μέρος. Πριν ακόμη δει οτιδήποτε άλλο εκτός από πέτρες, γλίτσα και φύκια κατακλύζει τις μαγεμένες της αισθήσεις που πηδούν από μέσα της για να χαθούν σε φρικιαστικές κοιλότητες που θυμίζουν κυρτότητες και ανάμεσα σε παράλογες γωνίες που θυμίζουν οξείες, αλλά συμπεριφέρονται σαν αμβλείες.

Η Άννα φτάνει στη στεφανωμένη με πράσινους πέτρινους ογκόλιθους κορυφή που δίνει τη χαριστική βολή σε κάθε αίσθηση καλού γούστου. Η μάγισσα αισθάνεται τα ατελείωτα χρόνια που διέθεσε στην υπηρεσία της καλής τέχνης να έχουν πάει χαμένα μπροστά σε αυτή τη τερατώδικη σκαλιστή πύλη μεγέθους μερικών χιλιάδων μέτρων που μοιάζει να βρίσκεται σε επίπεδο λάθος κατά τις ευθείες της θάλασσας, που εξ’ άλλου είναι λάθος. Στη κορυφή της πυλής διακρίνει ένα ανάγλυφο από κάτι που θυμίζει ταυτόχρονα δράκο, κράκεν και ανθρωπόμορφο τέρας. Μέσα στη πύλη κρύβεται το ίδιο εκείνο άλογο βαθύ σκοτάδι που της είναι γνώριμο πια.

Η Άννα βγάζει το ραβδί της, μουρμουρίζει μερικές μαγικές λέξεις καλώντας μία υπερβολική φωτιά που διώχνει το σκότος ακόμη πιο βαθιά. Το βλέμμα της τραβά ο ουρανός, όπου πάνω από το καμμένο κόκκινο ήλιο το διάστημα απλώνεται σε ολόκληρο το ατρεμάμενο μεγαλείο του και τα πιο λαμπερά άστρα σχηματίζουν μία διακριτή τεθλασμένη γραμμή· σα να βρίσκονται στις σωστές τους θέσεις.

Το σκοτάδι μαζεύεται σε κάτι ακατανόμαστο· σε κάτι σχεδόν υλικό που έρχεται από τα πιο τρομακτικά βάθη των αιώνων δημιουργώντας μία φαντασίωση πρισματικής αλλοίωσης που σπάει τη λογική συνέχεια του τόπου και του χρόνου και έχει τη μορφή ενός υπερβατικού ανθρωπόμορφου δράκου με πλοκάμια που τυλίγουν το σύμπαν που αποκτά υπερπραγματικές διαστάσεις στο κόσμο που σίγουρα δεν είναι πλέον η γη.

Και το Μεγάλο Τέρας που ολοφάνερα ξύπνησε ύστερα από ατελείωτους αιώνες πεθαμένων αβυσσαλέων ονείρων κοιτά τη κατακόκκινα μάγισσα. Εκείνη κατεβαίνει από το σκουπόξυλό της και υποκλινόμενη κοφτά, ρωτά.

«Άρχοντα της Ρ’λύε, ξέρεις πώς μπορώ να ταξιδέψω σε ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη του φωτός;»

Και ο Μεγάλος Κθούλου ορμά να τιμωρήσει σε αιώνιο τρόμο το μηδαμινό πλάσμα που βρίσκεται κάτω από τα πόδια του. Καθώς οι μαγεμένες της αισθήσεις την εγκαταλείπουν πηδώντας από τους κολοσσιαίους κατάμαυρους γκρεμούς και η Άννα αγχωμένη κατευθύνει τη Μεγάλη της Φωτιά πάνω στη Βλάσφημη Οντότητα που Δεν Έπρεπε να Υπάρχει, το σκότος καταπίνει τη φωτιά σα να ήταν απλό φως ήλιου και η μάγισσα αρπάζει τη σκούπα της βρίζοντας και σπεύδει να εξαφανιστεί σχίζοντας τα κύματα με τη τρομερή της ταχύτητα, μαζευόντας τις μαγεμένες τις αισθήσεις που θαλασσοπνίγονται.

Πίσω της το Αρχέγονο Τέρας βουτά στα κύματαα ακολουθώντας τη με τρελαμένη ταχύτητα κάτω από τα άστρα που βρίσκονται στη σωστή τους θέση Μία ακόμη από τις ανόητές της αισθήσεις παλεύει με τα κύματα μπροστά της. Η Άννα δελεάζεται να την αφήσει εκεί ύστερα από το ψέμα που της είπαν, καθώς η ερώτησή της ήταν τόσο προσεχτικά διατυπωμένη, αλλά τελικά τη μαζεύει.

***

Επίλογος

Μπροστά από το αναμμένο τζάκι της η μάγισσα κάθεται σε μία πολυθρόνα έχοντας απλώσει τα πόδια της σε ένα τραπεζάκι.

«Θα μου εξηγήσετε γιατί δεν μπορώ να ταξιδέψω πιο γρήγορα από το φως τελικά; Η εξίσωση του Άινσταϊν είναι σαφής. Αν καταφέρω να ταξιδέψω πιο γρήγορα από το φως, το ταξίδι στο χρόνο είναι εφικτό.»

«Μας έχεις πρήξει με το ταξίδι στο χρόνο» απαντά μία από τις μαγεμένες της αισθήσεις εν μέσω μίας μίκρης καταστροφής του χαλιού, «είναι θέμα χωροχρονικού παράδοξου και δεν έχεις καν λόγω να κάνεις ένα τέτοιο ταξίδι. – Μέχρι τουλάχιστον να φτάσει εδώ ο αρχαίος Κθούλου.»

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s