Αναζήτηση

Αναζήτηση

έχουν ξεχάσει
κι επιζούν ως παιδιά της Εύας
αναζητώντας απελπισμένα την ευτυχία
το έγραψαν και στους νόμους του κράτους
-στο σύνταγμα, φαντάσου!-
του προπάτορα· που κατέκτησε τα δάση
και τις πεδιάδες και τις θάλασσες
και τις γυναίκες -ω, μάνα!-
εσύ, που με τύλιξες στον κόρφο σου,
που με βύζαξες, που με νανούρισες,
αν και μ’ έπνιγες στην προστατευτική σου αγκάλη,
δεμένος στο ψηλότερο μου κατάρτι
εσένα, μάνα, κράζω
δυνατότερα κι από της θύελλας
τη χθόνια, τη βάρβαρη βοή
που ψιθυρίζει γητειές
που δε θυμάμαι τι σημαίνουν
από τα βάθη των ατελείωτων χρόνων
που σπατάλησα στην ανεμοδαρμένη γέφυρα
αναζητώντας το καθαγιασμένο σου πρόσωπο
πριν τα πανιά να συντριφτούν στ’ ακρογιάλι
όπου το τυφλό κορίτσι παίζει τη λύρα
κι οι δυο χορεύτριες απλώνουν το χέρι τους
να στηριχτώ, να σταθώ στην άμμο
ω, ιέρειες των αρχαιότερων μυστηρίων
σε ποιας χώρας τις ασημένιες ακτές
ξεβράστηκα ο δύστυχος
βαμμένος στα χρώματα της γης
που δε θυμάμαι πια πως μοιάζει
στο φως των αστερισμών τ’ ουρανού
που δεν κατέκτησα ακόμα
να πετάξω, να ξεδιπλώσω τα φτερά αυτά
να φτάσω -φαντάσου!- στο φεγγάρι
να καρφώσω τη σημαία μου με τ’ άστρα
πίσω από μια οθόνη· ασφαλής επιτέλους
από του κόσμου τ’ αδιανόητα κύματα
που φτάνουν σε στίχους
από την κρεβατοκάμαρα της κόρης μου
με τ’ όνομα μιας πριγκίπισσας των ανθρώπων
καθώς κόβει τις χρυσές της μπούκλες

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s