Ένα δέντρο

Ένα δέντρο

Νύχτα Χαλοουίν

«Φάρσα ή κέρασμα!»

«Α, μα τι γλυκά παιδάκια που ‘στε ‘σεις. Αλέξανδρε! Τι έπαθε το μάτι σου; Χτύπησες;»

«Αλέξης, κυρα-Στέλλα. Καλά είμαι κυρά-Στέλλα. Είμαι ντυμένος πειρατής κυρά-Στέλλα.»

«Με τρόμαξες παιδί μου.»

«Η αδελφούλα σου είναι αυτή; Μα τι όμορφες που ‘ναι οι πλεξούδες σου, μικρή μου Νίνα. Τι κάνει η μαμά σου;»

«Αν δεν αφήσεις αμέσως τα μαλλιά μου, θα σου πάρω το σκάλπ.»

«Γιωργάκη! Μα πώς μεγάλωσες έτσι;»

«Γεια σας, κυρία Στέλλα.»

«Εσένα με τα γένια δε σε ξέρω. Σε ξέρω; Ποιου είσαι;»

«Μάρα, κυρία Στέλλα, είμαι ξαδέλφη της Νίνας και του Αλέξη.»

«Και γιατί φοράς γένια κοριτσάκι μου;»

«Είμαι ο Γκάνταλφ, κυρία Στέλλα.»

«Φτωχό μου κορίτσι. Να σου φέρω ένα φορεματάκι που ‘χω μέσα, ναι; Της κόρης μου που παντρεύτηκε…»

«Όχι, ευχ-»

«…στην Τήνο…»

«Όχι.»

«…ωραίος γάμος, μεγάλη η χάρη Σου, Παναγίτσα μου…»

«Όχι, ευχαριστώ πολύ κυρία Στέλλα.»

«Αχ παιδιά μου, κατασυγκινήθηκα. Να σας βάλω λίγο γλυκό, ναι;»

«Στην τσάντα κυρα-Στέλλα, στην τσάντα» απαντά απελπισμένος ο Αλέξης.

«Να φέρω ταπεράκια, μισό λεπτό…»

«Όχι ταπεράκια!» αναφωνεί η Νίνα.

«…να μου τα επιστρέψετε όμως, ναι; Νίνα, μιας που είσαι πια κι ολόκληρη γυναίκα σε καθιστώ υπεύθυνη για την επιστροφή τους, ναι; Και να μου φέρεις μαζί και το μεγάλο μου ταψί. Αν είναι να περιμένω απ’ την ανεπρόκοπη τη μάνα σου!»

«Η ετυμογορία είναι θάνατος δι’ αποκεφαλισμού.»

«Ευτυχισμένο Χαλοουίν κι ο Θεός μαζί σας παιδιά μου» εύχεται η κυρα-Στέλλα καθώς τα παιδιά κλείνουν πίσω τους την πόρτα του ανελκυστήρα.

«Πάρε από πάνω μου την κολοκύθα σου» λέει η Μάρα στον Γιώργο, «μου στραβώνεις το καπέλο.»

«Δε χωράμε, τι να κάνω;» απαντά τ’ αγόρι σπρώχνοντας την πόρτα ώστε να βγουν στην πιλωτή.

«Βαριέμαι» γκρινιάζει ο Αλέξης, «πάμε σπίτι.»

«Έχω μια ιδέα» λέει η μασκαρεμένη σε Γουένσντεϊ Άνταμς, Νίνα, «ακολουθήστε με.»

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ
&
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ

«Μανούλα μου!» αναφωνεί ο μάγος.

«Είσαι τρελή;» ρωτά ο πειρατής την αδελφή του, «εγώ δε μπαίνω εκεί μέσα!»

«Θα πάμε από πίσω, έχω ανακαλύψει μια τρύπα στο συρματόπλεγμα»  λέει το κορίτσι μ’ ένα δυσοίωνο βλέμμα, «Τζακ, σβήσε το κερί σου.»

«Εγώ είμαι αυτός;» ρωτά μπερδεμένος ο Γιώργος τη Μάρα.

Το κορίτσι υψώνει τη ράβδο του.

«Νοξ!»

«Αυτό είναι μαγικό του Χάρι Πότερ, ανόητη.»

Ο Γκάνταλφ φυσά δυνατά. Το κερί μέσα στην κολοκύθα τρεμοπαίζει κι ύστερα σβήνει.

«Βλέπεις;»

***

Από την άλλη μεριά του συρματοπλέγματος

Η ησυχία κι η παγωνιά αργοσαλεύουν. Το μεγάλο παλιό κτίριο με τα χοντρά κάγκελα στα παράθυρα των δύο ορόφων υψώνεται δυσοίωνο κι απειλητικό πάνω από τον Γκάνταλφ, τον ακέφαλο Τζακ Ο’ Λάντερν, έναν πειρατή και τη Γουένσντεϊ Άνταμς που αγγίζει με το ένα της χέρι μια από τις μεγάλες πέτρες του τοίχου.

«Δηλαδή, έχουν άνθρωπους εδώ μέσα;»

«Κοίτα στο παράθυρο» απαντά ο μάγος, «μοιάζει με σημάδι φωτιάς. Και στα υπόλοιπα παράθυρα, το ίδιο. Και δεν έχουν τζάμια. Κι έχει φυτρώσει και πρασινάδα.»

«Λέτε να πέθανε κάποιος εδώ;» ρωτά ο Τζακ.

Η σιωπή διακόπτεται από ένα απότομο φρενάρισμα που όμως έρχεται από πολύ μακριά.

«Δε νομίζω» συμπεραίνει διστακτικά η Γουένσντεϊ, «μάλλον θα εκκένωσαν το κτίριο. Και φαίνεται για μια πολύ παλιά φωτιά.»

«Εμένα με τρομάζει» δηλώνει ο μικρός της αδελφός, «και μοιάζει και με σπίτι φαντασμάτων.»

«Μη λες βλακείες, δεν υπάρχουν φαντάσματα» λέει ο Γκάνταλφ, «όλοι το ξέρουν αυτό. Ε, Νίνα;»

«Έτσι πίστευα κι εγώ… νιώθετε κι εσείς αυτόν τον παράξενο αέρα. Κι αυτήν την παράξενη μυρωδιά…»

«Νίνα!»

«…και την αίσθηση ότι κάτι τυλίγει το σώμα σου…»

«Νίνα!»

«…τον πόνο που έχει φυλακιστεί εδώ μέσα…»

«Νίνα!»

«…μια νύχτα σαν κι αυτή που ο αλλόκοσμος βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ…»

Ένα ουρλιαχτό. Ένας πειρατής που τρέχει με τα χέρια ψηλά. Ένας φακός στο βάθος.

«Χυθείτε» ψιθυρίζει ο Γιώργος και τα τρία παιδιά τρέχουν στο κατόπι του φίλου τους.

Το μονοπάτι φτάνει σε μια όμορφη παλιά γέφυρα που περνά πάνω από ένα αργοκίνητο ρυάκι. Ο Αλέξης κρύβεται κάτω από τη γέφυρα. Η Νίνα ακουμπά τ’ αριστερό της χέρι στο δεξι ώμο του γονατισμένου αγοριού.

«Πάει, πέρασε, όλα είναι εντάξει τώρα» λέει καθησυχαστικά.

«Μας κυνηγούν άραγε;» αναρωτιέται η Μάρα, «δε βλέπω κάτι να κινείται.»

«Ας πάμε από εδώ» προτείνει η Νίνα δείχνοντας προς τις πηγές του ρυακιού, «δεν ήξερα ότι έχουμε ποτάμι τόσο κοντά στο σπίτι.»

«Αυτά τα μεγάλα δέντρα είναι παράξενα» λέει ο πειρατής καθώς περπατούν αντίθετα προς τη ροή. Γιατί έχουν τόσο λευκό κορμό;»

«Είναι σημύδες» απαντά δασκαλίστικα ο Γκάνταλφ.

«Είναι τι;»

«Ση-μύ-δες, έτσι λέγονται.»

«Παράξενες είναι.»

«Σιωπή εκεί πίσω» λέει η Γουένσντεϊ, «δεν ξέρετε ποιος μπορεί να σας ακούει από τα φύλλα εκεί πάνω.»

Ο πειρατής ξεροκαταπίνει. Τα τέσσερα παιδιά φτάνουν σε ένα μικρό άνοιγμα. Ένα δέντρο, όχι πολύ ψηλό, αλλά με πολύ χοντρό λευκό κορμό και φύλλα που πλησιάζουν τις αποχρώσεις του κόκκινου υψώνεται μπροστά τους. Βρύα καλύπτουν μεγάλο μέρος του κορμού και των κλαδιών, ενώ το ρυάκι μοιάζει να πέφτει από την κεντρική διχάλα του κορμού.

«Αυτό» λέει η Μάρα, «είναι πολύ παράξενο.»

«Αυτό» μουρμουρίζει ο Γιώργος δείχνοντας το κεφάλι του Τζακ που τον κοιτά με φλογισμένα μάτια και του χαμογελά με φλογισμένο στόμα, «είναι ακόμη πιο παράξενο.»

Μια κραυγή. Έρχεται από τα βάθη του δάσους. Κι άλλη μια. Και μια ακόμη. Η κολοκύθα πέφτει. Μάτια κοιτούν ανάμεσα στα φυλλώματα και τους κορμούς. Τα τέσσερα παιδιά πισωπατούν. Πιάνουν το ένα το χέρι τ’ άλλου. Μικρά φώτα εμφανίζονται ανάμεσα στις σκιές που κλείνουν ολοένα με τ’ ανοίκειά τους μάτια τον κύκλο. Μικρές μορφές μ’ ουρές, με φτερά και με πέταλα τρέχουν ολόγυρα. Μόλις μια ανάσα πριν αγγίξουν τ’ αρχαίο δέντρο μια μορφή σκοτεινή σαν τη νύχτα και ψηλή σαν το φεγγάρι γλιστρά μέσα από τις σκιές. Τέσσερα ουρλιαχτά. Μια φωνή σαν μουσική.

«Καλωσορίσατε.»

Σιωπή.

«Ποια είσαι εσύ;» ρωτά διστακτικά ο ακέφαλος Τζακ.

«Η Μελισσάνθη.»

Σιωπή.

«Είσαι κάτι… σα μάγισσα ας πούμε;»

«Είμαι κάτι σα μάγισσα για το δέντρο πίσω σας. Ας πούμε.»

Τα τέσσερα παιδιά αναρριγούν.

«Μήπως, άθελά μας εισβάλλαμε στο δάσος σου;» διατυπώνει προσεχτικά η Γουένσντεϊ.

«Πώς θα μπορούσατε άλλωστε; Σας προσκάλεσα, σήμερα που τα πέπλα που πέφτουν ανάμεσα στους κόσμους ήταν πιο λεπτά» λέει προχωρόντας ανάμεσα από τα τέσσερα παιδιά που χωρίζονται δεξιά της κι αρίστερά της· η μάγισσα αγγίζει με τρυφερότητα τον λευκό κορμό, «είχα ετοιμάσει κι ένα εξαίσιο δείπνο να σας προσφέρω…»

Το βλέμα της Μελισσάνθης σκοτεινιάζει.

«…αλλά δε μπορώ. Όχι πια.»
Μια σκοτεινή ανθρωπόμορφη μορφή σκίζει στα δύο τη φθινοπωρινή Σελήνη.

«Οι αδελφές μου είχαν δίκιο.»

Σιωπή.

«Ποτέ πια;»

Τα μάγουλα της λάμπουν στο φως του φεγγαριού καθώς στρέφει το κεφάλι της κι αρχίζει να μικραίνει.

«Αυτό ήταν. Πάει.»

Κοιτά τα τέσσερα παιδιά. Χαμογελά ως τη σκιά.

«Αλλά μένει. Κι ας μη μπορώ πια να σας κρατήσω για είκοσι χρόνια στη συντροφιά μου. Κι, εξάλλου, σας καλούν. Αντίο.»

Εξαφανιζεται  παρασέρνοντας τις σκιές, τα φώτα, τα μάτια, το δέντρο της. Σιωπή. Το τηλέφωνο της Νίνας χτυπά.

«Εις το επανειδήν» ψιθυρίζει το κορίτσι πριν απαντήσει στην κλήση.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s