Το σύννεφο

Το σύννεφο

Ο Αντρέας αναστενάζει απογοητευμένος. Το φεστιβάλ του χωριού είναι μέσα στα χειρότερα που έχουν οργανωθεί ποτέ και νιώθει υπεύθυνος γιατί φέτος δεν έχει βοηθήσει πουθενά. Βέβαια, δεν είναι δουλειά του, ούτε και τον υποχρεώνει κανένας, αλλά έχει γίνει παράδοση τα τελευταία χρόνια. Παρόλα αυτά, ο κόσμος μοιάζει να περνάει καλά. Η μουσική είναι, όπως πάντα, πολύ καλή και στην πλατεία έχει στηθεί χορός και γλέντι σωστό. Μέσα στον κόσμο εντοπίζει την Άννα και νιώθει μια τσιμπιά στην καρδιά του. Δεν της το έχει παραδεχτεί ακόμα, αλλά του αρέσει πάρα πολύ και κάθε φορά που της μιλάει ο κόσμος γύρω του καταρρέει . Τεντώνει το πράσινο γιλέκο του και την πλησιάζει δειλά. Μια φωνή μέσα στο κεφάλι του επαναλαμβάνει ξανά και ξανά.

Μην πεις χαζομάρα, μην πεις χαζομάρα, μην πεις χαζομάρα.

«Άννα, καλησπέρα» λέει και αισθάνεται το πρόσωπό του να κοκκινίζει. Ευτυχώς, η Μαίρη δείχνει αφηρημένη ως συνήθως.

«Καλησπέρα» απαντά μονολεκτικά η κοπέλα κι εστιάζει την προσοχή της στο ποτήρι που κρατάει.

«Είναι εδώ η αγαπημένη μου απόψε. Θες να στη γνωρίσω;»

Μπράβο ηλίθιε.

«Γιατί όχι;»

Ο Αντρέας οδηγεί την κοπέλα ανάμεσα στον χαρωπό σαματά, προς το μέρος που ξέρει ότι κάθεται η Μαίρη. Νιώθει ότι κάνει χαζομάρα συστήνοντας τον κρυφό του έρωτα στη σχέση του. Η Μαίρη τον ξέρει πολύ καλά. Θα το καταλάβει αμέσως. Ήταν όμως κι αυτή μια δικαιολογία για να κρατήσει το χέρι της για λίγο κι αυτό του αρκεί. Με τη Μαίρη ούτως ή άλλως μαλώνουν όλη την ώρα τελευταία. Τι είναι άλλος ένας καυγάς; Η Μαίρη κάθεται στο σημείο ακριβώς που την έχει αφήσει. Δεν κάνει καμιά προσπάθεια να περάσει καλά και φαίνεται. Την πλησιάζει.

«Να σου γνωρίσω την Άννα» λέει πρόσχαρος και τραβά την Άννα δίπλα του, «είναι η κοπέλα που δουλεύει στο μαγαζί.

«Α, ναι» λέει με ενδιαφέρον η Μαίρη και της δίνει το χέρι της, «χαίρω πολύ Άννα, εγώ είμαι η Μαίρη.»

«Χάρηκα» ψιθυρίζει η Άννα τραβώντας μια μπούκλα πίσω από τ’ αυτί της και χαμηλώνοντας το βλέμμα της.

Για λίγο οι κοπέλες μένουν σιωπηλές χωρίς να διακόψουν τη χειραψία, σα να επικοινωνούν με τα μάτια, ή με μια άλλη γλώσσα, που δε χρειάζεται λέξεις. Τότε σκέφτεται για πρώτη φορά ότι η Άννα θα μπορούσε, όπως κι η αγαπημένη του, να μην είναι άνθρωπος. Θα μπορούσε, όπως κι η αγαπημένη του, να κρύβεται.

«Γνωρίζεστε;» ρωτά αυθόρμητα.

Καμιά από τις δύο κοπέλες δε δείχνει να τον έχει ακούσει, μόνο η Άννα σαλεύει λίγο, μουρμουρίζει μια δικαιολογία και φεύγει τρέχοντας προς το δάσος.

Η Μαίρη ξεπαγώνει από τη θέση της, χαμογελά πονηρά και της φωνάζει: «ξέχασες το γοβάκι σου.»

Η Αντρέας κοιτά την Άννα να χάνεται στη στροφή του σκιερού μονοπατιού. Ύστερα στρέφει το καχύποπτο βλέμμα του προς τη φίλη του με τα ερεβώδη μάτια.

«Λοιπόν;»

«Λοιπόν, δε θα την ακολουθήσεις;»

«Υπάρχει κάποιος λόγος να την ακολουθήσω;» ρωτά αμυντικά.

Η Μαίρη του κοιτά με νόημα το μικρό φεγγάρι που μόλις ξεπροβάλλει από τα συννεφοσκέπαστα βουνά πίσω της· ένας κύκλος πορφυρού φεγγαρόφωτου λαμπρότερου κι από την μισοσβησμένη Σελήνη.

«Ίσως σκοντάψει σε κάποιο σύννεφο.»

«…και τι θα συμβεί τότε;» ρωτά ο Αντρέας, ανήσυχος για την, πάντοτε έτοιμη να κλάψει, Άννα.

«Ε, ξέρεις τι λένε… τα σύννεφα γεννούν καταιγίδες.» απαντά η Μαίρη.

Τον φιλά. Μ’ ένα φιλί που μαζεύει αρκετά αγριεμένα βλέμματα από τη γερουσία του χωριού που συνεδριάζει στα έδρανα αριστερά και δεξιά από τρία ευμεγέθη βαρέλια μηλίτη. Η ερωτική του σχέση με τη Μαίρη πάντοτε συγκρουόταν στα πατροπαράδοτα ήθη του μικρού χωριού. Ξενοφερμένη από την Ακαδημία των Μάγων όπου τον έχει στείλει ο Ευφθύσιος, ο λιγάκι σαλεμένος μάγος του χωριού, αισθανόμενος το πλήρωμα του χρόνου να πλησιάζει, όπως οι λευκές τρίχες της μεγαλοπρεπούς του γενειάδας πλησιάζουν το έδαφος, καθώς η κύρτωση της πλάτης του επιδεινώνεται.

Τα σαχλομπουρδίσματά του δε θα γινόντουσαν ποτέ δεκτά από τον μακαρίτη τον πατέρα του που έφαγε τα νιάτα του να τον κάνει άνθρωπο και να του προσφέρει ένα όνομα. Τη χαροκαμένη του τη μάνα δε τη σκέφτεται ποτέ; Κακοφαινόταν πολύ στην ευυπόληπτη κοινωνία που συζούσαν χωρίς την ευλογία του πάτερ-Εράσμιου που όποτε διασταυρώνονταν έκανε το σημάδι του φτερνίσματος τρεις φορές. Κι αυτό επειδή δεν ήταν εις γάμου κοινωνίαν με τη Μαίρη…

«…θ’ ανέβω στη μεγάλη βελανιδιά του κήπου σου εγώ, πριν με βάλουν να τραγουδήσω με το ζόρι, όπως πέρυσι. Εσύ θα πας να τη βρεις;»

«Μάλλον» απαντά διστακτικά ο Αντρέας.

«Καλά» λέει αγκαλιάζοντάς τον, «τα λέμε.»

Η Μαίρη τον παρακολουθεί καθώς τον καταπίνουν οι σκιές του μονοπατιού που οδηγεί στο δάσος. Ένα μειδίαμα σχηματίζεται στα χείλη της. Τα σύννεφα γεννούν καταιγίδες… μα, πού τα βρίσκει; Είναι καιρός, μου φαίνεται, ν’ αρχίσω ν’ αντιμετωπίζω τα πραγματικά μου προβλήματα που με τυλίγουν σαν πελώριο καζάνι με τυρί που λιώνει κι ύστερα χύνεται και καλύπτει τα μικρά ανθρωπάκια με τις κουτάλες που τρέχουν πανικόβλητα γύρω-γύρω πασαλείβοντας τα πάντα ακόμη γρηγορότερα.

***

Ο Αντρέας διασχίζει προσεχτικά τις ανοίκειες σκιές που γεννούν τα δέντρα στην παράξενη ομίχλη που έχει καλύψει τη ρίζα του μεγάλου δάσους που τρυπώνει, συμβιωτικά συνήθως, στις παρυφές του μικρού του χωριού. Σκαρφαλώνει τα δύο βράχια που σχηματίζουν γωνία πάνω από το μικρό ρυάκι και τη βρίσκει να κάθεται στην αγαπημένη της θέση, κρυμμένη ανάμεσα στα δύο κυπαρίσσια που γέρνουν σα να προσπαθούν ν’ αποφύγουν το ένα τ’ άλλο. Ή, μάλλον,βρίσκει το περίγραμμά της και το βάθος των ματιών της να τον κοιτά με τρόμο καθώς ρέει έξω από το σώμα της σ’ ένα πυκνό φεγγαρόχρωμο σύννεφο που καταπίνει τα νερά που κυλούν προς τον ποταμό που κόβει το χωριό στα δύο.

«Άννα» ψιθυρίζει καθησυχαστικά στη… ό,τι κι αν είναι αυτό το πλάσμα από νερό κι ομίχλη τέλος πάντων -και καλά θα κάνει να μελετήσει λίγο περισσότερο τα βιβλία του όταν θα επιστρέψει στην Ακαδημία.-

«Αντρέα» σφυρίζει σ’ απάντηση ο άνεμος τυλιγοντάς τον σε μια ζεστή παγωνιά πριν διαλυθεί σαν ομίχλη, «καταλαβαίνεις;»

Μερικές στιγμές περνούν…

«Καταλαβαίνω» απαντά στο σιωπηλό και γνώριμο δάσος ο Αντρέας κι ακολουθεί το λευκοπόρφυρο μονοπάτι του γυρισμού στάζοντας ένα ρυάκι πίσω του.

Πηδάει μάλιστα δυο-τρεις μάντρες ώστε να μην περάσει από την κεντρική πλατεία όπου ο χορός ακούγεται σα να κρατάει καλά. Φτάνει στην αυλή του πατρικού του, κοιτά το παράθυρο του δωματίου της μητέρας του που δεν έχει φως. Λείπει ακόμη στη γιορτή. Ανεβαίνει στο παλιό του δωμάτιο, κοιτά τον έρημο δρόμο από το μικρό του μπαλκόνι και πηδά στο κλαδί της μεγάλης βελανιδιάς του κήπου, για να βρεθεί στη μέση δύο θανατηφόρων βλεμμάτων· της Μαίρης από δεξιά του, ενώ από τ’ αριστερά του μιας γυναίκας που θα θύμιζε αμυδρά τη Μαίρη γερασμένη, αν η Μαίρη μεταμόρφωνε πριγκίπισσες σε βατράχους κι έτρωγε παιδιά. Η σιωπή μοιάζει λεπιδόφτερη κι έτοιμη ν’ απογειωθεί.

«Είναι εκείνος;» ρωτά σαν παγετώνας που συντρίβει όλες τις λεπιδόφτερες σιωπές αυτού του κόσμου η γριά γυναίκα.

«Αντρέα, από εδώ η μητέρα μου, η Ιώβη. Μητέρα από εδώ ο φίλος μου, ο Αντρέας» απαντά η Μαίρη.

«Χαίρω πολύ» προσθέτει ο Αντρέας επιστρατεύοντας το γοητευτικότερο του, μαγεμένο με δύο ξόρκια συμπάθειας, χαμόγελο του.

«Ξεχνάς τι έχεις υποσχεθεί, κόρη μου, ξεχνάς» κράζει η Ιώβη.

Ύστερα στρέφει το επιτιμιτικό της βλέμμα προς τον Αντρέα.

«Εγώ όμως δε χάρηκα καθόλου νεαρέ, καθόλου, μα καθόλου» αναφωνεί και χάνεται.

Η Μαίρη τον κοιτά εξαγριωμένη.

«Λοιπόν;» ρωτά ο Αντρέας.

«Λοιπόν, έπρεπε, οπωσδήποτε, να διαλέξεις να επιστρέψεις την πιο ακατάλληλη στιγμή;» φωνάζει η κοπέλα.

«Για στάσου. Γιατί, δηλαδή, θα έπρεπε εγώ να γνωρίζω ότι ήταν μια ακατάλληλη στιγμή;» διαμαρτύρεται ο Αντρέας.

«Α, ναι, βέβαια» απαντά ειρωνικά η Μαίρη, «είναι έτρεχες στα δάση πίσω από το χαζογκομενάκι σου…»

«Για μισό λεπτ-»

«…ενώ εγώ σε χρειάζομαι Αντρέα. Σε χρειάζομαι εδώ κι εσύ κοιμάσαι με τα τσαρούχια.»

«Με συγχωρείς, αλλά εγώ δε γνώριζα καν ότι είχες μητέρα. Πότε περίμενες να μου πεις ότι έχεις μητέρα δηλαδή;»

«Δεν το φαντάστηκες;»

«Όχι! Από ό,τι γνωρίζω εγώ, θα μπορούσες απλά να ‘χεις ξεφυτρώσει από ένα δέντρο. Μου κρατάς μυστικά. Πώς, λοιπόν, θα έπρεπε να γνωρίζω κάτι τέτοιο;»

Η Μαίρη ανασαίνει βαθιά, ύστερα απομένει σιωπηλή δαγκώνοντας τα χείλη της.

«Με συγχωρείς που σου φώναξα» λέει τελικά, «δε φταις εσύ.»

«Δεν πειράζει» απαντά με προσπάθεια ο Αντρέας, «τι της έχεις υποσχεθεί;»

«Α, αυτό» μουρμουρίζει η Μαίρη, «τη γλώσσα ενός βατράχου, τα φτερά μιας νυχτερίδας και τα δάκρυα ενός αερικού.»

«Μα, τι τα χρειάζεται όλα αυτά;»

«Προσπαθεί, λέει, να φτιάξει ένα φίλτρο νεότητας. Α, τρομερή ιστορία! Αηδίες. Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι.»

«Κι εσύ γιατί της υποσχέθηκες ότι θα της τα πας εσύ;»

«Άκου να δεις!» λέει η Μαίρη συγκρατώντας με δυσκολία τον εκνευρισμό της, «είχες, δεν είχες, τη γνώρισες τη μάνα μου. Προσπαθούσα να την ξεφορτωθώ απλώς.»

«Και…» προσθέτει διστακτικά ο Αντρέας, «με τι μοιάζει ένα αερικό;»

«Με έναν άνεμο, ένα σύννεφο, κάτι τέτοιο συνήθως, δεν έχει σημασία, εγώ δεν ασχολούμαι.»

Ένας σύντομος λυγμός ακούγεται. Ο Αντρέας κι η Μαίρη κοιτούν δύο υγρά μάτια να τους παρακολουθούν ανάμεσα από τα πυκνά φύλλα της βελανιδιάς. Η Άννα. Που αρχίζει να παίρνει ξανά τη μορφή της ομίχλης, μιας ομίχλης μαύρης και τρομερής που σχεδόν άμεσα τυλίγει το οπτικό τους πεδίο. Βρέχει. Μια αστραπή και μια βροντή και πολύ, μα πάρα πολύ, νερό. Μια καταιγίδα.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s