Δεν ήρθε το τέλος ακόμη

Δεν ήρθε το τέλος ακόμη

Η Αν ανακάτεψε με το χέρι της τα γρανάζια στο κιβώτιο εργασίας της ψάχνοντας το εικοσιτριάρι 2γ που χρειαζόταν για να αλλάξει την λειτουργία γραφής του υπογραφιστή της. Στην πολυθρόνα δίπλα της ο Πάτροκλος βγάζει προσεχτικά τον δεξί του φακό –τον πολυεστιακό- τρίβει το δεξί του μάτι και συνεχίζει την ανάγνωση του καινούριου νόμου της ουράνιας πολιτείας· έναν όμορφο γκρίζο με μωβ σκιές –τα τελευταία χρώματα της μόδας- νόμο σε δύο τόμους, τρεις παραπομπές και πέντε ημιαυτόνομες παραγράφους που καθορίζουν τις φετινές αλλαγές στο μνημειακό δεκαεννιάτομο έργο που διέπουν το επάγγελμα του. Εκείνος ο θρυλικός εικοστός τόμος φημολογείται ότι αναζητείται ακόμη στο αρχείο του τυπογραφείου του νομοθετικού σώματος της περιόδου. Δεν έχει διευκρινιστεί βέβαια αν το νομοθετικό σώμα είναι το δεύτερο διευθυντήριο του ’34 ή η δέκατη τρίτη α’ βουλή, γεγονός που σημαίνει ότι ο εικοστός τόμος του βασικού νόμου έχει (πιθανότητα – αλλά και βάση του προεδρικού βουλεύματος 4965/38 –που όμως δεν καλύπτει την περίπτωση ο νόμος να βρίσκεται στα μπουντρούμια του δεύτερου διευθυντηρίου του ’34 όπως υπονοεί ο ένατος και ο δωδέκατος τόμος-) οριστικά καταστραφεί στη μεγάλη καταστροφή του αρχείου της μεσαίας βουλής που έχει ακόμη καταστήσει ανέφικτη την προσπέλαση σε εκείνη την περιοχή του κέντρου.

“Πότε θα αρχίσουν να τους αναρτούν σε εμφυτεύματα ώστε να μην ταλαιπωρούμαστε με αυτά τα ατελείωτα κατεβατά θα ‘θελα να ‘ξερα” μουρμουρίζει ζαλισμένος ο Πάτροκλος.

“Βρε Πάτροκλε, πάλι γκρινιάζεις;” ρωτά ανάμεσα σε χαχανητά η αναμαλλιασμένη κοπέλα σφίγγοντας με δύο μικροσκοπικά κλειδιά το υπό εξήντα μοιρών υπογρανάζι 224 της κεντρική μονάδας επεξεργασίας του υπογραφιστή της, “που να έγραφαν πάλι εκείνη η υπερτριπλάσια περσινή αλλαγή. Οι φετινοί δεν θα ‘πρεπε καν να θεωρούνται τόμοι• απλά τομάκια είναι.”

Η Αν βγάζει τα κλειδιά της από την εργαλειοθήκη της, επανατοποθετεί προσεχτικά το χαλκόχρωμο σκέπαστρο και με μία υποψία αυτοϊκανοποίησης στα χάλκινά της μάτια τραβά αργά τον μεγάλο μοχλό του υπογραφιστή. Οι οκτώ μεγάλες λυχνίες ανάβουν η μία μετά την άλλη και με ένα ‘τσαφ’ η οθόνη εμφανίζει μία μικρή λευκή γραμμή που αναβοσβήνει.

“Το ‘φτιαξα!” αναφωνεί η Αν και πηδά όρθια για να χορέψει τον χόρο της επιτυχίας.

“Μπράβο λουλουδάκι μου” μουρμουρίζει ο Πατροκλος συγκεντρωμένος στην ανάγνωση του τόμου του.

“Δύο καμμένες λυχνίες, δύο κατεστρεμμένες μαγνητικές ταινίες και ένα λασκαρισμένο πιστόνι και δουλεύει σαν καινούριο. Είμαι ή δεν είμαι η καλύτερη;”

“Είσαι η καλύτερη” απαντά μηχανικά εκείνος ξαναξεκινώντας από την αρχή την ανάγνωση της σελίδας μπερδεμένος.

Χαμογελώντας, η Αν ξανακάθεται και σχηματίζει εντολές στην οθόνη ξεκινώντας την επαναρύθμιση του λογισμικού του υπογραφιστή. Ο Πάτροκλος σταματά την ανάγνωση μπερδεμένος. Κοιτά σαστισμένος την Αν και ύστερα ξαναβυθίζεται στον τόμο του. Τελειώνει την ανάγνωση της ίδιας σελίδας για τρίτη φορά και έχοντας χάσει το χρώμα του από το σχεδόν λευκό του δέρμα υψώνει τα σκούρα του μάτια.

“Ανεμώνη;” ψιθυρίζει.

Εκείνη στρέφει το βλέμμα της στον Πάτροκλο θορυβημένη από τον απρόσμενα σοβαρό τόνο της φωνής του.

“Πού είναι το παράρτημα β’ του πτυχίου μου;”

Η Αν ανοιγοκλείνει τα μάτια της συλλογιζόμενη ότι μάλλον οι τόμοι χτύπησαν τον συγκάτοικό της στο κεφάλι και τον παρακολουθεί συνεπαρμένη να σηκώνεται αφήνοντας τον βαρύ τόμο να του πέσει, να ανοίγει φακέλους, φυλλομετρώντας χαρτιά στο γραφείο, να ρίχνει στο πάτωμα ένα μελανοδοχείο -για καλή του τύχη χωρίς να λερώσει κάτι που δεν θα καθαρίσει χωρίς λίγες ώρες τριψίματος, αλλά αυτό θα του το πει μετά,- να ψάχνει απεγνωσμένος την γεμάτη από χάρτες, βιβλία και διάφορα σπάνια αντικείμενα βιβλιοθήκη, ανοίγοντας βιβλία και ανακατώνοντας στοίβες χαρτιών, να σκοντάφτει στο κομοδίνο, να ανασηκώνεται από το πάτωμα και να σωριάζεται στην καρέκλα του με τα χέρια ανάμεσα στο κατάμαυρα μαλλιά του -και σίγυρα τσαλακώνοντας τον φακό του- και κλείνει τη λειτουργία χρονομέτρου στην οθόνη του υπογραφιστή της.

“Καταγραφή α’: Κρίση καταναγνωστικής υπερφόρτωσης του συγκατοίκου μου Πάτροκλου” ανακοινώνει η Αν στο μικρόφωνο του υπογραφιστή, “κατάσταση του Πάτροκλου: σταθερώς προβληματική, αλλά χωρίς λόγους ανησυχίας, διάρκεια κρίσης: μία ώρα και δεκατέσσερα λεπτά. Τέλος καταγραφής α’. Αποθήκευση. Τέλος.”

Ο Πάτροκλος αφήνει μία χαραμάδα ανάμεσα στα δάχτυλά του και κοιτά την Αν. Ύστερα ανασαίνει βαθιά.

“Με αρχή την αυριανή ημέρα πρέπει να έχω το παράρτημα β’ του πτυχίου μου σε πιθανό έλεγχο της υπηρεσίας ελέγχου, αλλιώς θα μου αφαιρεθεί η άδεια άσκησης επαγγέλματος.”

“Και;”

“Και δεν έχω το παράρτημα β’ του πτυχίου μου γιατί το έχω καταθέσει στην υπηρεσία πρωτόκολλου.”

“Δεν έχεις το πρωτότυπο έγγραφο;”

“Έπρεπε να καταθέσω το πρωτότυπο.”

“Δεν έχεις αντίγραφο;”

“Δεν δέχονται αντίγραφο.”

“Ε, εντάξει πόσο πιθανό είναι να περάσεις από έλεγχο; Ξέρεις πόσες παρανομίες κάνω εγώ κάθε ‘μέρα;”

Ο Πάτροκλος αφήνει να του ξεφύγει ένα μειδίαμα. Θυμάσαι την αυριανή εκδήλωση; Σύμφωνα με την αυτόνομη υποπαράγραφο δ’ του συμφωνητικού τα έγγραφα μου θα περάσουν από ενδελεχή και απόλυτο έλεχο από εγκεκριμένο δικαστικό λειτουργό.”

“Πού σημαίνει;”

“Ότι αύριο θα ελεχθουν τα χαρτιά μου.”

“Δεν μπορείς να αποσυρθείς από την εκδήλωση;”

“Όπου καμία όρεξη δεν είχα να παρευρεθώ. Μην ξεχνάς ότι θα κατηγορηθώ για εσχάτη προδοσία τότε και θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του αντίστοιχου νόμου. Να στις θυμίσω;”

Η Αν δαγκώνεται καθώς προσπαθεί να σκεφτεί μία εφαρμόσιμη λύση.

“Άμα ζητήσεις το παράρτημά σου από την υπηρεσία πρωτοκόλλου;” ρωτά.

“Η υπηρεσία πρωτοκόλλου έχει κλείσει. Η αρμοδιότητες της δεν μεταφέρθηκαν πουθενά. Οπότε το παράρτημά μου επισήμως δεν υπάρχει πουθενά.”

“Δεν μπορείς να πάρεις κάποια βεβαίωση για αυτό;”

“Καμία που να μου χρησιμεύσει σε περίπτωση ελέγχου. Θυμάσαι το νομικό κενό που σου εξηγούσα τις προάλλες, εξ’ αιτίας του οποίου δεν έχει εκδωθεί καμία άδεια άσκησης για το επάγγελμα μου τα τελευταία εφτά χρόνια; Στον έλεγχο θα είμαι σε ένα παρόμοιο νομικό κενό.”

“Ωχ” αναφωνεί σφυριχτά η Αν.

Ο Πάτροκλος σηκώνεται από την καρέκλα και φορά την καπαρντίνα του.

“Πού πηγαίνεις;” ρωτά η Αν.

“Έχω μία ιδέα. Να είσαι στην πλατεία του ρολογιού στις επτά το βράδυ. Στην δεξιά πλευρά, στον δάδρομο ανάμεσα στα αγάλματα των νερατζιών. Φέρε τον υπογραφιστή και την φορητή του μπαταρία, μην αργήσεις καθόλου και να είσαι εκεί οπωσδήποτε.”

Η Αν ανασηκώνει το ένα της φρύδι ερωτηματικά.

“…παρακαλώ;” συμπληρώνει ο Πάτροκλος.

“Χμφπ, μου χρωστάς.”

“Έγινε” συμφωνεί ο Πάτροκλος βάζοντας το ύποπτό του καπέλο και σχηματίζοντας τον κωδικό της πόρτας του διαμερίσματος που ανοίγει μερικούς κραδασμούς.

Πλατεία του ρολογιού, 18:59
(Ανάμεσα στα αγάλματα των νερατζιών)

Η Αν κοιτά το κόκκινο ηλιοβασίλεμα να βάφει πορτοκαλιά τα σύννεφα των εργοστασίων και μαβιές τις λαμαρίνες των εξωτερικών σκελετών των κοντινών κατοικιών, ενώ το ρολόι χτυπά ρυθμικά επτά φορές.

Μ’ αρέσει που μου ‘πε να μην αργήσω το καθίκι.

Πλατεία του ρολογιού, 19:17
(Ανάμεσα στα αγάλματα των νερατζιών)

“Αν;” ρωτά συνωμοτικά μία σκιά στη σκιά ενός από τα γκρίζα αγάλματα.

“Άργησες” αποκρίνεται εξ’ ίσου συνωμοτικά η Αν.

“Ήταν προσχειδασμένο.”

Η Αν ανασηκώνει το ένα της φρύδι.

“Καλά, δεν ήταν προσχεδιασμένο. Ακολούθησέ με. …παρακαλώ.”

Η Αν ακολουθεί τον Πάτροκλο που την οδηγεί προς το κτίριο της μισοερειπωμένης μεσαίας βουλής στο τέλος του πλακόστρωτου διαδρόμου ανάμεσα σε καπνισμένα αγάλματα..

“Θυμάσαι ότι απαγορευεται η προσπέλαση από αυτό το μέρος, ε;”

“Θα ανησυχούσα περισσότερο αλλιώς.”

“Θυμάσαι το μαγνητικό κενό που επικρατεί σε αυτό το σημείο της πόλης, ε;

“Δεν θα συναντήσουμε φρουρούς λοιπόν. Εξ’ άλλου γι’ αυτό σ’ έφερα μαζί μου.”

“Τώρα έχω αρχίσει να ανησυχώ” μουρμουρίζει η Αν.

“Μπορείς να απενεργοποιήσεις το μαγνητικό πεδίο από το ανατολικό κτίριο της μεσαίας βουλής.”

“Θα δοκιμάσω” απαντά άχρωμα η Αν στον Πάτροκλο που βγάζει ένα μεγάλο φύλλο χαρτιού από την καπαρντίνα του και της το δίνει.

“Αυτά είναι τα σχέδια του κτιρίου” λέει.

Η Αν ξεδιπλώνει το χαρτί, το μελετά προσεχτικά και το ξαναδιπλώνει.

“Αν έρθει η αστυνομία αύριο σπίτι, εγώ δεν ξέρω τίποτα για σχέδια που βούτηξες ιδέα δεν έχω από που. Περίμενε το ρολόι να σημάνει την όγδοη ώρα και μπες” λέει η Αν βαδίζοντας προς την πίσω μεριά του κτιρίου της μεσαίας βουλής.

“Πώς θα ξέρω αν το απενεργοποίησες;” ρωτά την κοπέλα που απομακρύνεται.

“Θα το ξέρεις.” απαντά εκείνη.

Μπροστά από το κτίριο της μεσαίας βουλής, 19:58

“…βζζ Πάτροκλε μ’ ακούς;”

“Όχι.”

“Τι γίνεται; …ζββ Κατουρηθήκαμε;”

“Κατο-τι; Όχι.”

“Το πεδίο εκτελέστηκε.”

“Τι πράγμα;”

“Είσαι ντιπ βζχχ αργόστροφος σήμερα. Το μαγνητικό πεδίο μας τελείωσε. Έχει χββζζ κάμερες μέσα και νομίζω κατάφερα να κάνω μερικές να δουλέψουν. Η κουκουβάγια θα σε παρακολουθεί. Επικοινωνία τέλος βζττ!”

Μπροστά από το κτίριο της μεσαίας βουλής, 20:03

Το ρολόι στην πλατεία πίσω του έχει ήδη χτυπήσει οκτώ φορές και ο Πάτροκλος βαδίζει με τα χέρια στις τσέπες πάνω κάτω μπρόστα από την αφύσικα άδεια από ανθρώπους είσοδο του κτιρίου της αχρησιμοποίητης για καιρό μεσαίας βουλής. Κοντοστέκεται και πατά με αποφασιστικότητα το πρώτο σκαλί εκείνων των αχρησιμοποίητων εδώ και πολύ καιρό μαρμάρινων ημικυκλικών σκάλων. Μία μπερδεμένη αίσθηση τον τυλίγει καθώς βαδίζει σκαλιά που κανένας άλλος δεν χρησιμοποίησε από κάποια εποχή πριν από περισσότερα από έντεκα χρόνια· που ίσως να υπήρχαν αληθινές νερατζιές στη θέση των αγαλμάτων. Μπρ, παράξενη σκέψη. Ο Πάτροκλος την αποδιώχνει γρήγορα και ανασαίνει βαθιά μία μόνο φορά καθώς διασχίζει το μικρό πλατύσκαλο και σπρώχνει το ένα φύλλο της διπλής δρύινης πόρτας. Κλειδωμένα, υπέροχα.

“Έι, Αν, είναι σκοτεινά μέσα;” ρωτά ο άντρας λύνοντας το σακίδιο του από τους ώμους του και γονατίζει.

“Έχει αρκετό φως για να σε βρουν τα φαντάσματα, μη φοβάσαι” απαντά δυσοίωνα η φωνή στο ακουστικό καθώς ο Πάτροκλος βγάζει ένα παράξενο εργαλείο, ένα διπλωμένο χάρτη και ένα φακό από το σακίδιο του πριν το δέσει στους ώμους του ξανά και ανασηκωθεί ελαφρώς χλωμότερος απ’ ότι είχε γονατίσει.

Τώρα γιατί έπρεπε να μου θυμίσει τα φαντάσματα; συλλογίζεται ενώ συνδέει το παράξενο μικρό εργαλείο -μία κατασκευή της Αν φυσικά- στη μπρούτζινη βαριά κλειδαριά. Ένα ανήσυχο λεπτό και μερικά κλικ αργότερα τα φύλλα της πόρτας αποκολλόνται το ένα από το άλλο και μία χαραμάδα σκοτδιού σκιάζει τον Πάτροκλο που ξεροκαταπίνει, ανοίγει το φακό του και σπρώχει με δύναμη την πόρτα που μοιάζει να είναι πιο δυνατή απ’ αυτόν -ή απλώς πιο σκουριασμένη.- Η πόρτα τελικά ανοίγει και μπαίνει μέσα. Στο φως του φακού και στο αχνό ηλεκτρικό φως από την πόλη κοιτά γύρω του τη κατασκονισμένη αίθουσα συνεδριάσεων πλαισιωμένη από αραχνιασμένους εξώστες, ημικυκλικές σκάλες και ξύλινες πόρτες. Το σημαντικό είναι ότι εκείνο το τρομερό μαγνητικό πεδίο μοιάζει στ’ αλήθεια να έχει χαθεί, ενώ το σμαντικότερο είναι ότι δεν φαίνονται φαντάσματα τριγύρω. Ο Πάτροκλος ξεδιπλώνει τον χάρτη του και με τη βοήθεια του φακού καταφέρνει να προσανατολιστεί.

Υπό τον υπόκωφο ήχο μονάχα των βημάτων του και περιστασιακών παρεμβολών στο ακουστικό του, ο Πάτροκλος διασχίζει δύο αίθουσες και κατεβαίνει τρεις μεγάλες σκάλες και βρίσκεται στο υπόγειο της μεσαίας βουλής, μπροστά από μία βαριά πόρτα που γράφει ‘ΑΡΧ ΙΟ’.

“Η πόρτα είναι πιο ανορθόγραφη κι από ‘σενα!” αναφωνεί με θαυμασμό η Αν στο ακουστικό καθώς ο Πάτροκλος δοκιμάζει το χερούλι της πόρτας που γυρνά εύκολα.”

“Υπερβολές” απαντά εκείνος καθώς παρατηρεί την αίθουσα πίσω από την πόρτα στο αδύναμο φως του φακού.

Τι περίεργο. Σύμφωνα με τον χάρτη η αίθουσα του αρχείου θα έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερη.

Παρατηρώντας προσεχτικότερα το χώρο αντιλαμβάνεται ότι οι τοίχοι είναι στην πραγματικότητα ολόκληρες σειρές ύψους τουλάχιστον τριών ανθρώπων επί σειρών φακέλων γεμάτων έγγραφα.

“Ω μεγάλε Γραναζοποιέ” αναφωνεί ο Πάτροκλος κοιτώντας με ανοιχτό το στόμα την ασύλληπτη αυτή συλλογή δημοσίων εγγράφων. Και τι είναι εκείνο το παράξενο πορτοκαλί αντικείμενο στο βάθος; Ο Πάτροκλος βαδίζει αργά, προσεχτικά, προς το αντικείμενο εκείνο. Ένας κοφτός ήχος ακούγεται και στρέφοντας το βλέμμα του στο πλάι, ο Πάτροκλος αντικρύζει με τρόμο μερικά ράφια φακέλων να πέφτουν προς αυτόν. Έντρομος πηδά παραδίπλα και από το πάτωμα παρακολουθεί εκείνους τους ογκώδεις, σκονισμένους φακέλους να πέφτουν στο σημείο που βρισκόταν εκείνος μερικές στγμές πριν.

“Να πάρει, ίσως τελικά υπάρχουν φαντάσματα” μουρμουρίζει η Αν στο ακουστικό του.

Ο Πάτροκλος ανασηκώνεται και παρ’ ότι νιωθει το ζόφο να τυλίγει ολοένα και περισσότερο το στομάχι του, συνεχίζει να προχωρα προς το παράξενο πορτοκαλί αντικείμενο. Φτάνοντας αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να το παρατηρήσει καλύτερα κοντοστέκεται.

“Είναι μία καταδυτική στολή” μουρμουρίζει τελικά, “τι να σημαίνει άραγε αυτό;”

Μονάχα μερικοί ήχοι σκέψης διακόπτουν τη σιωπή που τυλίγει το ακουστικό του καθώς παρατηρεί την πορτοκαλί καταδτική στολή να κάθεται σε μία καρέκλα ακουμπώντας τα χέρια του και το κεφάλι του σε ένα τραπέζι που γέρνει μπροστά του.

“Λες να ‘ναι κάποιος δημόσιος υπάλληλος;” ρωτά τελικά η Αν.

Ο Πάτροκλος μουδιάζει.

Να δεις που θα ‘χει στοιχειώσει το Αρχείο.

“Δες αν είναι κάποιος μέσα στη στολή” προτείνει η φωνή και ο Πάτροκλος που καθόλου δεν θέλει να κοιτάξει προχωρά μερικά βήματα και φωτίζει ένα γκρίζο πρόσωπο με κλειστά μάτια μέσα από το τζάμι της κάσκας. Ο Πάτροκλος αποτραβιέται, αλλά το πτώμα δεν μοιάζει να έχει διάθεση να επιτεθεί -ή να κινηθεί- και ο Πάτροκλος στρέφεται προς εκείνον τον ατελείωτο όγκο από φακέλους. Φωτίζει τις επιγραφές. ‘Φαρμακοποιοι’, ‘Φαρμακεία’, ‘Φάρμακα’, Φαρμάκια”, όχι. ‘Σχέδια Πόλης’, “Σχεδία Πόλης”, όχι…

Αρχείο μεσαίας βουλής, 00:05

‘Παλαιά Επαγγέλματα’

“Αν!” αναφωνεί ο Πάτροκλος ενθουσιασμένος διακόπτωντας το ροχαλητό στο ακουστικό του, “το βρήκα.”

“Πάρ’ το να φύγουμε λοιπόν!”

“Χμ, ‘Ζωγράφοι”, ‘Ζογκλέρ’, βιάστηκα να μιλήσω, περίμενε λίγο ακόμη.”

Αρχείο μεσαίας βουλής, 01:28

Ο Πάτροκλος αισθάνεται ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό του καθώς γονατίζει από το βάρος της στιγμής.

“Ανεμώνη…” ψιθυρίζει, “βρήκα το παράρτημα β’ του πτυχίου μου.”

“Συγχαρητήρια…” μουρμουρίζει η φωνή στο ακουστικό του που μοιάζει να προέρχεται από ένα μυαλό που έχει κυρήξει διάλυση, “θα σε περιμένω έξω.”

το επόμενο πρωί…

“Να τολμήσω να ρωτήσω αν ήξερες ότι μπορούσα να τερματίσω εκείνο το μαγνητικό πεδίο ή αν απλώς το υπέθεσες;” ρωτά ανάμεσα σε δύο χασμουρητά η Αν που περιμένει τις πρωινές τηγανίτες του Πατρόκλου.

“Απλώς το υπέθεσα.”

“Κάτι υποψιαζόμουν” μουρμουρίζει η Αν, “σε πόση ώρα θα φύγεις;”

“Μόλις φτιάξω τις τηγανίτες σου” απαντά εκείνος.

“Μμ, ωραία μυρίζουν. Έφαγες εσύ.”

“Ναι, πριν ξυπνήσεις.”

“Έχεις έτοιμο το φάκελο σου;”

“Και τον δικό μου και τα παραρτήματα που λείπουν από τους συναδέλφους μου” απαντά καθώς σερβίρει τις τηγανίτες σε ένα πιάτο και τις το δίνει, “σ’ ευχαριστώ για χτες αγαπημένη μου Ανεμώνη.”

“Μμμ, καλά. Μου χρωστάς.”

“Δεν ήρθε το τέλος της μουσικής ακόμη” λέει ο Πάτροκλος καθώς βάζει το ύποπτο του καπέλο, παίρνει τη θήκη του βιολιού του και τους φακέλους του, “παρ’ ότι είμαι μονάχα το προτελευταίο δεύτερο βιολί”.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s