Η εξέγερση των λέξεων

Η εξέγερση των λέξεων

Ο ποιητής περπατά εκείνον τον σιωπηλό δρόμο που οδηγεί στο σπίτι του όπως τόσες πολλές φορές αναζητώντας στίχους. Έχει μερικές μέτριες ιδέες· ένα μοναχικό παγκάκι σε ένα λειβάδι, ένα μεγάλο δέντρο με κόκκινα φύλλα, μία βροχή που αποτρέπει τους ανθρώπους από άσκοπες περιπλανήσεις, έναν απόμακρο τόνο των φώτων του δρόμου… Ο ποιητής ρεμβάζει. Βγάζει το σημειωματάριό του και το στυλό του από μία τσέπη του μπουφάν του ώστε να επεξεργαστεί στο χαρτί τις ιδέες του, μα οι λέξεις του δεν γράφονται.

«Κατάρα» μουρμουρίζει, «τελείωσε το μελάνι και για ακόμη μία φορά δεν έχω εφεδρικό στυλό.»

Επιταχύνει το βήμα του δυσανασχετώντας για τα πεζά προβλήματα που τον αποσπούν από την τέχνη του. Μα τελικά τα αποδέχεται και αφήνεται να παρασυρθεί από το αγαπημένο άρωμα της πικροδάφνης. Τον συμπαθεί πολύ αυτόν τον πάντοτε μοναχικό τις νύχτες δρόμο· τον περιπλανά μακρυά από την πόλη, σε μία πόλη άλλη, πιο ανθρώπινη…

Ο ποιητής χαμογελά. Ανακάλυψε έναν τρόπο να συνδυάσει τις μέτριες του εικόνες σε ένα όμορφο ποίημα. Παίζοντας με τις λέξεις ώστε να σχηματίσει τους στίχους του ποιήματός του αγνοεί πράγματα που πετάγονται από ένα παράθυρο μίας πολυκατοικίας και κάποιες διάσπαρτες φωνές που ακούγονται. Ανοίγει την εξώπορτα του διώροφου κτίσματος όπου βρίσκεται το σπίτι του και αφού χαϊδέψει τον άσπρο του γάτο που γουργουρίζει στην αυλή του, μπαίνει στο σπίτι του.

Η κοπέλα του δεν έχει επιστρέψει ακόμη από την εργασία της. Θα δουλεύει πάλι υπερωρίες. Εξουθενώνει την εαυτή της χωρίς λόγο. Βγάζει το μπουφάν του και το κασκόλ που πριν πολλά χρόνια του είχε πλέξει εκείνη και κάθεται στο γραφείο του. Φέρνει μπροστά του ένα λευκό χαρτί και ένα στυλό και αρχίζει να γράφει. Μα οι λέξεις του δεν γράφονται στο χαρτί. Παραξενεμένος ο ποιητής δοκιμάζει ένα δεύτερο στυλό. Όμως καμμία λέξη δεν γράφεται στο χαρτί. Παρατηρεί το στυλό του. Μοιάζει να έχει μελάνι. Δοκιμάζει όλα τα στυλό του μα καμμία λέξη δεν απομένει στο χαρτί. Αρχίζει να τραβά τυχαίες γραμμές. Έκπληκτος βλέπει όλες τις γραμμές να σχηματίζονται στο χαρτί. Δοκιμάζει ξανά να γράψει μία απλή λέξη. Κανένα ίχνος της. Ο ποιητής συλλογίζεται μπερδεμένος. Ξεθάβει μία πένα που είχε καταχωνιασμένη. Δοκιμάζει να γράψει μερικές λέξεις με εκείνη. Μα οι λέξεις του δεν γράφονται στο χαρτί.

Ακούει βήματα να ανεβαίνουν τρέχοντας την σκάλα. Ο ποιητής χαμογελά. Εκείνη είναι, αλάθητα. Ανοίγει την πόρτα και η κοπέλα τον αγκαλιάζει σφιχτά.

«Ανησύχησα τόσο πολύ!» λέει.

«Μα γιατί;»

Εκείνη τον κοιτά σαν να είναι εξωγήινος.

«Δεν πήρες χαμπάρι τίποτε;» ρωτά τραβώντας τον στο παράθυρο και δείχνοντας του την γειτονιά που μοιάζει να έχει περιέλθει σε παράξενη αναστάτωση.

«Κάτι παρατήρησα…» απαντά διπλωματικά.

Η κοπέλα ανοίγει τον υπολογιστή της.

«Μου συνέβη κάτι πολύ περίεργο» λέει ο ποιητής, «προσπαθούσα να γράψω ένα ποίημα, μα οι λέξεις αρνούνταν να γραφτούν.»

«Πολύ παράξενο, πράγματι» λέει ειρωνικά εκείνη καθώς συνδέεται με το διαδίκτυο.

Η οθόνη εμφανίζει κατ’ ευθείαν μία φωτογραφία του κέντρου της πόλης που καίγεται. Χωρίς επεξηγήσεις.

«Τι συνέβη;» ρωτά ο ποιητής, «καίγεται πάλι η πόλη;»

«Δοκίμασε να κάνεις μία αναζήτηση στο internet» απαντά εκείνη.

Ο ποιητής ξεκινά να πληκτρολογεί, μα καμμία λέξη δεν σχηματίζεται. Ο κέρσορας απλά απομένει ακίνητος.

«Οι λέξεις σταμάτησαν να γράφονται» μονολογεί απεγνωσμένη η κοπέλα.

***

Ο ποιητής κοιτά την πόλη στο φως του πρωϊνού έξω από το παράθυρό του. Η πόλη είναι ένα χάος. Οι γκρίζες της πολυκατοικίες, οι εκνευριστικές της διαφημίσεις και οι βρώμικοι της δρόμοι κακοποιούν όπως πάντοτε τις αισθήσεις του. Και σήμερα η πόλη είναι ακόμη χειρότερη. Οι άνθρωποι τριγυρίζουν ανήσυχοι στους δρόμους της· παρ’ ότι σήμερα είναι Κυριακή και σε τυπικότερες ημέρες θα έμεναν στα σπίτια τους. Εκείνη κοιτά αφοσιωμένη την οθόνη του υπολογιστή της κινώντας το ποντίκι του.

«Τίποτε…» μουρμουρίζει κάποια στιγμή, «στο internet δεν γράφεται τίποτε.»

«Πάμε μία βόλτα έξω;» ρωτά ο ποιητής που αναρωτιόταν πως αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι την εξαφάνιση της γραφής.

«Εγώ δεν έρχομαι και αν πας να προσέχεις. Κάνε μία κλήση στο τηλέφωνό μου από το δικό σου πριν φύγεις.»

Ο ποιητής παραξενεμένος πατά μερικά πλήκτρα στο κινητό του τηλέφωνο και το τηλέφωνο της κοπέλας του χτυπά. Ύστερα τυλίγει το κασκόλ του γύρω από τον λαιμό του, φορά το μπουφάν του και ξεκλειδώνει την πόρτα του σπιτιού του.

«Στάσου…» ψιθυρίζει εκείνη και τον φιλά «…να προσέχεις»

Ο ποιητής γνέφει καταφατικά και βγαίνει από το σπίτι. Κανένα αυτοκίνητο δεν κινείται. Περπατά στον δρόμο χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση παρατηρώντας ανθρώπους να περνούν. Φθάνει σε μία κεντρικότερη πλατεία και κοιτά έναν γεράκο με κουστούμι να φωνάζει «…μετανοείτε!» με έναν τηλεβόα ανεβασμένος σε ένα παγκάκι, ανάμεσα σε μερικούς σωρούς καμμένης σαβούρας· αρχεία, χαρτιά της εφορίας και διάφορα παρόμοια γραφειοκρατικά χαρτιά. Πιο πέρα πολλοί άνθρωποι είναι συγκεντρωμένοι έξω από το δημαρχείο, λίγα μέτρα μακρυά από μία διμοιρία αμήχανων αστυνομικών.

Αν οι λέξεις δεν γράφονται, ότι καεί δεν θα ξαναγραφτεί…

«Επιτέλους επανάσταση!» αναφωνεί και σκύβει να αποφύγει ένα ντοσιέ (ένα βαρύ· από τα αρχειοθετικά) που χτυπά με κρότο στον τοίχο πίσω του.

«Πρόσεχε, συντρόφισσα!»

Η υπάλληλος της εταιρείας που εδρεύει στο κτίριο πάνω από το κεφάλι του τον αγριοκοιτάζει και ο ποιητής αντικρίζοντας το γαλανό της βλέμμα σπεύδει να απομακρυνθεί. Η υπάλληλος προλαβαίνει να πετάξει ακόμη δύο ογκώδη ντοσιέ από το παράθυρό της, πριν ένας άντρας που μοιάζει συνάδελφός της δοκιμάσει να την ηρεμήσει.

Πώς θα συνεχίσει να λειτουργεί ο κόσμος; Θα καταρρεύσει άραγε το σύστημα ή το χάος θα απελευθερώσει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρωπότητας;

Ο ποιητής συνεχίζει να βαδίζει, χαιρετώντας επαναστατικά μερικούς φίλους και μερικές φίλες που συναντά. Παίζουν μουσική και διασκεδάζουν πάνω από αποκαΐδια αστυνομικών ταυτοτήτων και ενταλμάτων κατάσχεσης. Πώς θα γράφει ποιήματα τώρα; Μπορεί να τα συνθέτει στο μυαλό του και ύστερα να τα απαγγέλει όπως οι αρχαίοι ραψωδοί και οι βάρδοι του μεσαίωνα… Έχει μία δόση ρομαντισμού… Όμως η μνήμη του είναι άθλια. Και τίποτε δεν είναι σαν ένα βιβλίο. Η μουσική θα μπορούσε να γίνει ίσως ο νέος τρόπος μακρινής επικοινωνίας. Όμως τίποτε δεν θα αντικαταστήσει ότι χάθηκε. Εξ’ άλλου υποψιάζεται ότι εφ’ όσον οι λέξεις έχουν σταματήσει να γράφονται τόσο στο χαρτί, όσο και στον υπολογιστή, οτιδήποτε προσπαθήσει να σχηματίσει λέξεις δεν θα έχει επιτυχία…
Η επικοινωνία θα επιζήσει μάλλον, μέσω του διαδικτύου και μέσω των ανθρώπων που έχουν προχωρήσει σε επίπεδα ανώτερα από εκείνα του τροχού και της φωτιάς. Όμως ο ποιητής φοβάται αμυδρά ότι τα μόνα που θα χτυπηθούν στην ουσία τους από αυτήν την εξέγερση των λέξεων, θα είναι τα βιβλία…

***

Το φθινόπωρο τελείωσε, ο χειμώνας πέρασε μελαγχολικός και η άνοιξη ήρθε. Οι εξεγερμένες λέξεις δεν επέστρεψαν και οι άνθρωποι έχουν αναλύσει διεξοδικά κάθε πιθανή (και κάθε απίθανη) εξήγηση, ενώ προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες. Τα χρηματιστήρια ήταν τα πρώτα που κατέρρευσαν συμπαρασύροντας τα τζάμια των παραθύρων τους, οικονομίες, κράτη και κοινωνίες. Η διαπίστωση ότι δεν μπορούν να ανταλλαχθούν γραπτές οδηγίες ή στοιχεία οδήγησε στην διάλυση πολυεθνικών εταιρειών, στην συσπείρωση τμημάτων τους, στην σταδιακή παύση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών καναλιών και στην ενίσχυση κάποιων άλλων, στην διάλυση μερικών κρατών, στην τυπική μερική κατάργηση της γραφειοκρατίας στα υπόλοιπα, στην δυσχεροποίηση των συναλλαγών μεταξύ των ανθρώπων, στην αναπροσαρμογή της έρευνας, στην εισαγωγή αμφιλεγόμενων καινοτομιών σε διάφορες πτυχές της ζωής, στην ενίσχυση των κοινωνικών δικτύων, στην χαοτική αναδιάταξη της κοινωνίας.

Τα μόνα που χτυπήθηκαν καθολικά στην ουσία τους ήταν τα βιβλία και η μάθηση. Ο γραφειοκρατικός μηχανισμός αντιθέτως, στην αναπόφευκτη δεδομένης της φύσης του αντίδρασή του να συνεχίσει να τυποποιεί σχολαστικά τους ανθρώπους ανασυντάχθηκε εξαπολύοντας στρατιές γραφειοκρατών να βιντεοσκοπούν γεννήσεις νεογνών για το ληξιαρχείο, να μοιράζουν προφορικές βεβαιώσεις σε πολίτες (με αριθμό πρωτοκόλλου), να επινοούν μεθόδους έκδοσης αποδείξεων πληρωμών που δεν υλοποιούνται ποτέ, να καθυστερούν στην έκδοση αποφάσεων που δεν ακολουθούνται, να λαβυρνιθοποιούν ποινές που εκτελούνται επιλεκτικά και να διαμαρτύρονται που δεν πληρώνονται στην ώρα τους.

Ο ποιητής επιστρέφει στο σπίτι του παρατηρώντας τις ανθισμένες αμυγδαλιές στην αυλή ενός σχολείου. Ίσως να διασκέδαζε την κατάσταση αν δεν του έλειπαν τόσο πολύ οι λέξεις του. Για να τις θυμάται τις επαναλάμβανε πολλές φορές τα πρωϊνά και η μνήμη του γρήγορα εξασκήθηκε, αλλά δεν ήταν ακριβώς το ίδιο.

Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του και βλέπει την κοπέλα του να κάθεται σε μία πολυθρόνα μελαγχολική. Διαβάζει ένα παλιό τετράδιο.

«Σου είχα πει να μη σβήνεις με τόσο μίσος τις λέξεις σου…» παραπονιέται.

Ο ποιητής κοιτά το τετράδιό και βλέπει λίγες άσβηστες λέξεις ανάμεσα σε αλλεπάλληλες σβησμένες γραμμές μετανιωμένος.

***

μου λείπεις

Ο ποιητής ανασηκώνει το στυλό του και κοιτά με έκπληξη τις δύο μικρές λέξεις που είναι γραμμένες στο σημειωματάριό του. Στρέφει τα μάτια του προς την κοπέλα του.

«Κοίτα» αναφωνεί ενθουσιασμένος δείχνοντας στην κοπέλα τις γραμμένες λέξεις.

Εκείνη απλώνει τα δάχτυλά της να αγγίξει με ελπίδα την υφή των γραμμάτων. Ο ποιητής δοκιμάζει να συνεχίσει να γράφει. Μα οι λέξεις του δεν γράφονται. Ο ποιητής και η κοπέλα κοιτούν με απογοήτευση τα ίχνη των λέξεων που δεν είναι εκεί.

«Θα ήταν απλώς κάποιες παλιές μου λέξεις…» μονολογεί ο ποιητής.

«Ναι, μάλλον ήταν απλώς μερικές παλιές σου λέξεις…»

Ο ποιητής περπατά εκείνον τον σιωπηλό δρόμο που οδηγεί στο σπίτι του όπως τόσες πολλές φορές συλλογιζόμενος το πρωϊνό παιχνίδισμα της φαντασίας του. Βγάζει το σημειωματάριό του και το στυλό του από μία τσέπη του μπουφάν του.

μου λείπεις

Η καρδιά του χτυπά γρηγορότερα. Διστακτικά δοκιμάζει να γράψει λίγες ακόμη λέξεις. Μα οι λέξεις του δεν γράφονται. Συνεχίζει να προσπαθεί. Μα οι λέξεις του δεν γράφονται.

μου λείπεις

Ο ποιητής κλείνει το σημειωματάριο χαμογελώντας με κατανόηση. Οι λέξεις έχουν ανάγκη τον χρόνο τους ύστερα από τόση κακομεταχείριση στα χέρια των ανθρώπων. Ακόμη και μία λέξη θα απηυδούσε σε χέρια τόσο απερίσκεπτα· όπως εκείνα των ανθρώπων. Θα τις περιμένει να επιστρέψουν.

>>

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s