Η ιέρεια

Η ιέρεια

Το χλωμό φως του ήλιου σερνόταν αργά πάνω στις πλάκες. Μια σαύρα ακολουθούσε τη σκιά ενός μαρμάρινου σταυρού, καθώς οι ακτίνες του ήλιου τη μίκραιναν. Λίγο πριν το μεσημέρι, μια γυναίκα νέα, με άσπρο φόρεμα και κόκκινα μαλλιά, έσπρωξε τη φρεσκοβαμμένη καγκελόπορτα του νεκροταφείου. Πέρασε μέσα από μια συστάδα πεύκων, με βήμα αργόσυρτο, ασταθές. Σταμάτησε μπροστά από έναν παλιό απεριποίητο τάφο, με μικρές τούφες χορταριού να ξεπηδάνε από ρωγμές στο μάρμαρο.

Απόθεσε το υφασμάτινο σακίδιο που κουβαλούσε στο χώμα. Από μέσα ξεπρόβαλλε μια δέσμη από τριαντάφυλλα. Τα πήρε προσεκτικά -ήταν φρέσκα και μύριζαν οικογενειακή θαλπωρή- και τα άφησε να πέσουν από την παλάμη της ένα-ένα. Έξι τριαντάφυλλα. Σκούρο κόκκινο. Σαν τα μαλλιά της. Σαν τις ξεραμένες κηλίδες στο φόρεμά της. Έξι. Ένα για κάθε αμάρτημα. Κι όταν έσκυψε με τα δάχτυλα κολλημένα πάνω στην πλάκα -θαρρείς κι έτσι θα επικοινωνούσε καλύτερα με το νεκρό- ψιθύρισε στον άνεμο τη συνήθη απαρίθμηση, αυτή τη φορά χωρίς να αισθάνεται τίποτα:

«Άλλος ένας μένει. Και το χρέος θα ξεπληρωθεί.»

Η γυναίκα ανέβασε τη λευκή της μάσκα, καθώς ο ουρανός σαν για να δεχτεί τα τριντάφυλλά της σκοτείνιασε από κάποιο περαστικό σύννεφο, πισωπάτησε, στράφηκε σχεδόν χορευτικά και με μερικά αργά, τελετουργικά βήματα έσπρωξε τη φρεσκοβαμμένη μαύρη καγκελόπορτα, αφήνοντας πίσω της το μακάριο νεκροταφείο ώστε να βαδίσει ανάμεσα στους ανενόχλητους καθώς φαίνεται για αιώνες γκρίζους τούβλινους τοίχους για τόσες πολλές ώρες που η σελήνη έλουσε με το αδιόρατα ασημόχρωμο φεγγαρόφως της τους μαύρους αρμούς των τοίχων και τις σκιές του προσώπου της.

Η βροχή, λυτρωτική ανάμεσα σε αυτούς τους υπεράνθρωπους διαδρόμους, γεμάτους σκιές που φτάνουν μακρύτερα από εκεί που φτάνει το βλέμμα της και γωνίες σκληρότερες από εκείνες που έχουν συνηθίσει τα απαλά της πόδια δεν ξεκινά. Τα ήδη σκοτεινά σύννεφα που έκρυβαν τ’ αστέρια, κρύβουν τελικά και το φεγγάρι, κάνοντας αισθητή την παρουσία εκείνης της σκιερής διάστασης του κόσμου, που σπάνια διαβαίνει κανείς, καθώς η γυναίκα με το λευκό φόρεμα και τα κόκκινα μακριά μαλλιά που μαζί με τις αιμάτινες κηλίδες στο φόρεμα της μοιάζουν με τις μοναδικές παραφωνίες σε αυτόν τον κόσμο που είναι άσπρος, μαύρος ή γκρίζος, φτάνει στο τέλος του δρόμου, καλεί την αγαπημένη της σκούπα και πετά αφήνοντας πίσω της για προτελευταία φορά τον άχαρο εκείνο τόπο.

***

Σύμφωνα με το ρολόι χειρός της Μαίρης η ώρα είναι 9:58.

«Να πάρει, έχω αργήσει,» μουρμουρίζει η κοπέλα.

Από την άλλη ποιος θα ‘ρθει στη βιβλιοθήκη πρωί πρωί με τόση ζέστη που τα μάτια της κάνουν ροκ τραγουδίστριες στο αναγνωστήριό της; Αν και ‘κείνη η Λίτσι μοιάζει να ‘χει χάσει και τη μικρή επαφή που διατηρούσε με την πραγματικότητα από τότε που έβαψε κόκκινα τα μαλλιά της και ξημεροβραδιάζεται στη βιβλιοθήκη της σε μία άνευ προηγουμένου καλοκαιρινή επιδρομή στις σελίδες βαριών (στην κυριολεξία) μεσαιωνικών τούβλων. Από τον Μίλτον στον Φραγκίσκο της Ασίζης· hardcore καταστάσεις – σαν να εισβάλεις στη Ρωσία τον Δεκέμβρη.

Η νεαρή βιβλιοθηκάριος μόλις έχει προλάβει να ανοίξει τα φώτα όταν το διακριτικό κελάηδημα του κουδουνιού της πόρτας ακούγεται και στο δωμάτιο μπαίνει η Άννα Λίτσι, η ελληνοϊταλίδα πρώην τραγουδίστρια των Witching Hour Riot, ενός συγκροτήματος γνωστού περισσότερο για τις θυελλώδεις σχέσεις μεταξύ των μελών του, παρά για τη μουσική του. Η γυναίκα φορά έναν καυτό συνδυασμό του μαύρου και του κόκκινου που περιλαμβάνει γάντια, βαριές δερμάτινες μπότες και βαρύ μακιγιάζ.

«Buongiorno, Μαίρη.»

Η κοπέλα καθυστερεί σε σημείο αγένειας να απαντήσει στην τραγουδίστρια καθώς μάχεται με την παρόρμησή της να την αρπάξει από τους ώμους και να την ταρακουνήσει. Μα που πάει έτσι στο κατακαλόκαιρο με 35ºC έξω;

«Καλημέρα, δεσποινίς Άννα,» λέει τελικά, αλλά μάλλον έχει περάσει ήδη στη σφαίρα αγνόησής της καθώς βγάζει ένα από τα πιο ογκώδη βιβλία της βιβλιοθήκης από το ράφι του και κατευθύνεται με βαριά βήματα προς ένα από τα γραφεία του αναγνωστηρίου. Κάθεται (ξανά) στην καρέκλα της και ανοίγει (ξανά) τη Θεία Κωμωδία στη σελίδα που είχε αφήσει τον σελιδοδείκτη της.

Οι όχι και τόσο καυτές μονάχα χάρη στον κλιματισμό ώρες του αυγουστιάτικου μεσημεριού περνούν, καθώς η Μαίρη εξυπηρετεί τους αναγνώστες της που έρχονται, φεύγουν και σπάνια κάθονται, αρχίζοντας να αισθάνεται ένα είδος σεβασμό προς τη μικρή στοίβα βιβλίων που η Άννα Λίτσι έχει δημιουργήσει δίπλα της και τα κοκκινισμένα της πια μάτια. Μα τι διαβάζει τέλος πάντων;

Η Άννα, όπως κάθε φορά που χυνόταν αίμα, αναθυμάται την κάθε της κίνηση, το κάθε της συναίσθημα και τους λόγους της. Κάθε φορά, αντί αυτή η ενδοσκόπηση να είναι ευκολότερη, γίνεται δυσκολότερη και η χθεσινή ημέρα… Η χθεσινή ημέρα ήταν η δυσκολότερη απ’ όλες. Η Άννα κλείνει τα μάτια της και ανασαίνει βαθιά. Κοιτά το σημειωματάριό της δίπλα της, όπου έχει γράψει με όμορφα γράμματα επτά σειρές λέξεων. Οι έξι απ’ αυτές έχουν περαστεί ολόκληρες με μία γραμμή, όπως επίσης και η πρώτη λέξη της έβδομης. Η τελευταία γραμμή γράφει: ‘acedia superbia σφετερίζοντας-τη-θέση-του-θεού.’ Δίπλα συμπληρώνει με αργές κινήσεις ‘io’ Η ώρα είναι περασμένη και σε λίγο η Μαίρη θα αρχίσει να φωνάζει.

Η Άννα αφήνει τις τυπωμένες λέξεις του παλιού της βιβλίου και κοιτά τα σπουργίτια στο δέντρο έξω από το παράθυρο με ένα πικραμένο χαμόγελο στα χείλη της. Η ώρα στο παλιό ρολόι τοίχου της βιβλιοθήκης δείχνει 1:56. Αρκετά αργοπόρησε και ο δρόμος της είναι μακρύς. Σηκώνεται από την καρέκλα, χαιρετά θεατρικά την Μαίρη που δεν είναι σίγουρη αν θα πρέπει να κοιτά με ανοιχτό το στόμα την τραγουδίστρια γιατί δεν θα περιμένει να πάει και πέντε η ώρα πριν φύγει αγνοώντας τις συστάσεις της -όπως συνηθίζει τελευταία,- επειδή θα τολμήσει να βγει σε αυτόν τον φριχτό ήλιο με αυτά τα καυτά σκοτεινά ρούχα ή για τις θεατρικές της κινήσεις που τραβούν κάθε βλέμμα στη βιβλιοθήκη -δηλαδή μόνο το δικό της- καθώς η πανκ τραγουδίστρια ανοίγει την πόρτα, βγαίνει από τη βιβλιοθήκη, την κλείνει πίσω της και ανασηκώνει το ένα της βλέφαρο προς τον αστραποβόλο ήλιο.

***

Η Άννα ανασαίνει βαθιά και εξαπολύει τις μαγικές της αισθήσεις στον κόσμο περνώντας τα ομιχλώδη παραπετάσματα ανάμεσα στις διαστάσεις και κάνει το πρώτο βήμα του μακριού της ταξιδιού, καθώς ο χώρος γύρω της σκοτεινιάζει, ο ήλιος στον ουρανό δίνει στη θέση του σε μία λυπηρή σφαίρα ημίφωτος που υπάρχει στον ουρανό μονάχα για να θυμίζει πόσο λυπηρός είναι χωρίς να ζεσταίνει τις ατελείωτες άδεντρες εκτάσεις, κάποια σπασμένα μάρμαρα θαμμένα ανάμεσα στη σκόνη του χρόνου, μερικούς χαριτωμένους μονόκερους στο βάθος και μερικές πεταλούδες, καθώς μερικές από τις προβληματικότερες από τις μαγικές της αισθήσεις αποφάσισαν να αναζητήσουν πιο ενδιαφέροντα πράγματα από εκείνα που ζήτησε. Η Άννα κοιτά την σκοτεινή πέτρα που απλώνεται ως τον ορίζοντα γύρω της. Εκείνη δεν φαίνεται πουθενά. Άραγε είναι καλύτερο να την περιμένει ή να την ψάξει; Βέβαια, εκτός αν τα έχει ούτως ή άλλως κάνει σαλάτα και δεν ψάχνει την υπερηφάνεια, αλλά την οκνηρία, μάλλον δεν έχει σημασία, αλλά βαριέται να περιμένει.

«Έλα πεταλούδα,» λέει σε ένα από τα μαγεμένα εκείνα πλάσματα «έχουμε μίλια να διασχίσουμε, πολλά και το τσι σε αυτόν το τόπο είναι λίγο.»

Η πεταλούδα την αγνοεί και η Άννα ξεντύνεται, βγάζει από την ειδική της τσάντα που συνδυάζει τις ομορφότερες γραμμές της ραπτικής με χώρους που οδηγούν σε άλλες διαστάσεις ένα λευκό νεραϊδένιο φόρεμα, διπλώνει προσεχτικά τα ρούχα της πριν τα τοποθετήσει στη φορητή της ντουλάπα και συνεχίζει το ταξίδι της σε αυτόν τον ανοίκειο τόπο όπου η κάθε επίβουλη στροφή είναι αρκετά όμοια με την προηγούμενη κάνοντας την να πιστεύει ότι βαδίζει σε κύκλους, αλλά αρκετά διαφορετική ώστε κάτι τρομακτικό να κρύβεται σε αυτή, κάθε σκοτεινό σύννεφο μοιάζει ίδιο με το προηγούμενο, αλλά είναι πιο σκοτεινό, κάθε σημείο που θυμίζει κάτι ασφαλές μοιάζει θανάσιμο, κάθε εικόνα παλιάς ομορφιάς μοιάζει εφήμερη, εύθραυστη, έτοιμη να διαλυθεί στο πρώτο φύσημα του ανέμου, ποδοπατημένη από άφαντες ορδές τεράτων, άσκοπη σε αυτόν τον άδειο κόσμο που δεν είδε ποτέ κανείς πριν τον περπατήσει η Άννα και που δεν θα δει ποτέ κανείς αφού εκείνη τα εγκαταλείψει· μονάχα με απέραντη θλίψη μπορεί να κοιτά αυτά τσακισμένα παλιά πράγματα που καθρεφτίζονται στο τσακισμένο κορμί εκείνης, στη σκιά το μοναδικού όρθιου ακόμη στύλου του κόσμου.

Μετά απ΄ ό,τι είχε περάσει η Άννα δεν ήταν προετοιμασμένη για αυτήν την ανήμπορη υπερηφάνεια. Διστάζει. Και η σκιά στη σκιά της αντιγυρίζει το βλέμμα. Η Άννα χάνεται στα ονειρικά της μάτια που καθρεφτίζουν τον τρεμάμενο ουρανό ενός κόσμου άλλου, μαγεμένου.

«Ω, όχι!» ξεφωνίζει η Άννα καθώς παλεύει να ξεφύγει από τα μάτια εκείνα.

***

Η Άννα ανοίγει τα μάτια της και κοιτά γύρω της εκείνες τις αραχνοΰφαντες εικόνες που καθρεφτίζονταν στα μάτια εκείνης, που καθρεφτίζονταν στα πιο κρυφά της βάθη. Και στο κέντρο τους στέκεται η ίδια – ή μάλλον εκείνη η άλλη που είναι η ίδια και την κοιτά με τα υπερήφανά της μάτια για τον κόσμο των θαυμάτων που έχει δημιουργήσει παίζοντας τη θεά. Η Άννα δοκιμάζει να κινήσει τα χέρια της και αποτυχαίνει. Δοκιμάζει να κινήσει οτιδήποτε, να προκαλέσει οτιδήποτε, να κάνει οτιδήποτε, αλλά αποτυχαίνει οικτρά στα πάντα. Ακόμη και οι μαγικές της αισθήσεις, αδυνατούν να την υπακούσουν.

Εκείνη υψώνει το φρύδι της ερωτηματικά. Ένας κόμπος ανεβαίνει στον λαιμό της Άννας συνειδητοποιώντας ότι είναι αιχμάλωτη της πιο σκληρής της εχθρού, της εαυτής της. Ανόητη που ήταν, να της περάσει έστω και για μια στιγμή η σκέψη, μονάχα εκείνη τη στιγμή που την είδε βασανισμένη και αδιόρατα οικεία, ότι η αντιμετώπιση της εαυτής της θα ήταν πιο εύκολη από τις προηγούμενες μάχες της.

Τότε το χαμόγελο εκείνης παγώνει καθώς ένας ρινόκερος εισβάλει από το δαιδαλώδες βιτρό του πύργου, τσαλαπατώντας τις αρχαίες χρυσοστόλιστες κουρτίνες, σκίζοντας τα πανάρχαια βιβλία, διαλύοντας τα πολύχρωμα θαύματα γύρω του, σπάζοντας ανεπανόρθωτα το πέτρινο πάτωμα πριν καρφώσει την εχθρό της με το κέρατό του και το αίμα της λεκιάσει τα πάντα στο δωμάτιο. Η Άννα, διατηρώντας τη ψυχραιμία της, όπως πάντα όταν τα πράγματα πάνε καλά για αυτήν, ανασηκώνεται ελευθερωμένη από τον θάνατο της άλλης Άννας, ευχαριστεί τον ρινόκερο με μία υπόκλιση αναρωτιόμενη ποια από εκείνες τις μαγικές της αισθήσεις που την είχαν κοπανήσει νωρίτερα είχε την φαεινή ιδέα να προσγειώσει έναν ρινόκερο στον πύργο του σκοτεινού αντικατροπτισμού της και ανεβαίνει στην ιπτάμενη της σκούπα πριν ο εξαγριωμένος ρινόκερος προλάβει να στρέψει την προσοχή του προς αυτήν. Αλλά ρινόκερος; Δεν μπορούσε να τη σώσει ένας όμορφος λευκός μονόκερος;

Η Άννα κάνει μερικούς κύκλους πάνω από τον πύργο που γκρεμίζεται απ’ την οργή του ρινόκερου μαζεύοντας τις αμολημένες μαγικές της αισθήσεις από τα πέρατα της ερημικής ονειροχώρας και ύστερα, όπως πάντοτε αφού χυθεί αίμα στο λευκό της φόρεμα, βυθίζεται σε περισυλλογή ώστε να συγκρατήσει όλες τις πτυχές των γεγονότων και των συναισθημάτων της, φτάνοντας σε ζεν τη στιγμή που ο πύργος καταρρέει από κάτω της με ένα μεγαλόπρεπο ήχο τέλους.

«Το χάος ορίζει τα πάντα, αλλά με χάρη,» λέει η Άννα καθώς εξαφανίζεται από τις αλλοπρόσαλλες εκείνες διαστάσεις για τις γνώριμες εκτάσεις της γης. Πηδά από το σκουπόξυλο της σε κάποιο χωριό των Άνδεων και με το λεκιασμένο από το κόκκινο του αίματος, λευκό της φόρεμα κόβει επτά κατακόκκινα τριαντάφυλλα από μία από τις μεγαλοπρεπέστερες τριανταφυλλιές του κόσμου αυτού, τρομάζοντας ένα αγοράκι που φεύγει κλαίγοντας φωνάζοντας «Bruja, mamá! Bruja!» Η Άννα με επτά λουλούδια στο χρώμα του αίματος στην αγκαλιά της, υψώνει το ένα της φρύδι ερωτηματικά και με μία κίνηση του χεριού της, διαλύει τις ομίχλες του κόσμου και αρχίζει να περπατά τον μακρύ, εξουθενωτικά μακρύ διάδρομο, ανάμεσα στους τούβλινους γκρίζους τοίχους που λεκιάζονται μονάχα από το λευκό της φόρεμα και το κόκκινο στα μαλλιά της, στο ξεραμένο αίμα και στα επτά τριαντάφυλλά. Ένα για κάθε αμάρτημα. Με το μολύβι της περνά μία γραμμή πάνω και από την τελευταία γραμμή της λίστας τους σημειωματαρίου της.

***

Η Άννα βαδίζει εκείνους τους αμετακίνητους μακριούς διαδρόμους ανάμεσα στους δυσοίωνους γκρίζους τούβλινους τοίχους αισθανόμενη μία αδιόρατη ανησυχία. Οι ώρες περνούν, ο ουρανός με το πέρασμα του κάθε σκοτεινού σύννεφου αποκτά μία πνιγερότερη καφέ υφή και καθώς η Άννα βαδίζει τους απειλητικούς, ανοίκειους διαδρόμους του ακίνητου αυτού κόσμου όπου το φενγκ σούι είναι λάθος, φτάνοντας στο τέλος του δρόμου της, μπροστά από τη μαύρη καγκελόπορτα του νεκροταφείου. Περνά μέσα από μια συστάδα πεύκων, εξουθενωμένη. Σταματά μπροστά από έναν παλιό απεριποίητο τάφο, όπου μικρές τούφες χορταριού ξεπηδούν από ρωγμές του μαρμάρου.

Αφήνει τα τριαντάφυλλά της να πέσουν από την παλάμη της ένα-ένα. Επτά τριαντάφυλλα. Σκούρο κόκκινο. Σαν τα μαλλιά της. Σαν τις ξεραμένες κηλίδες στο φόρεμά της. Επτά. Ένα για κάθε αμάρτημα. Κι όταν σκύβει με τα δάχτυλα κολλημένα πάνω στην πλάκα -θαρρείς κι έτσι θα επικοινωνούσε καλύτερα με το νεκρό- ψιθυρίζει στον άνεμο τη συνήθη απαρίθμηση, αυτή τη φορά χωρίς να αισθάνεται τίποτα:

«Άλλος δεν μένει. Και το χρέος ξεπληρώθηκε.»

Για μερικά λεπτά μονάχα ανασαίνει βαθιά. Ανοίγει το γριμόριο της, φυσά τη σκόνη του χρόνου από τον σκοτεινό τάφο, αποκαλύπτοντας τη λέξη ‘άνθρωπος’ σκαλισμένη πάνω του. Η Άννα ξεροκαταπίνει. Είναι διαφορετικό πράγμα να σχεδιάζει την ανάσταση του ανθρώπου, ώστε να μπορέσει να δει έξω από την πνιγερή σπηλιά του και διαφορετικό να στέκεται μπροστά στον τάφο του, ως ιέρεια του, λεκιασμένη από το αίμα των επτά θανάσιμων αμαρτιών του, περιμένοντας την πανσέληνο να ξετρυπώσει ανάμεσα στα σκοτεινά σύννεφα σημαίνοντας μεσάνυχτα.

Μεσάνυχτα· η ώρα της μάγισσας. Και η πανσέληνος λούζει με το ασημόχρωμο φεγγαρόφως τον μαρμάρινο τάφο κάτω από τον μεγάλο σταυρό και η Άννα βγάζει το μαγικό της ραβδί, εξαπολύει τις μαγικές της αισθήσεις πιο ελεύθερες από ποτέ και ξεκινά να πλέκει το πολυπλοκλότερο ξόρκι που έχει επιχειρήσει ποτέ. Και όταν το φεγγάρι χάνεται πίσω από ένα καφέ σύννεφο, μία ανθρώπινη μορφή ανασηκώνεται από τον γκρίζο τάφο, εκπνέει μία κρυστάλλινη ανάσα και η επιγραφή ‘άνθρωπος’ μετατρέπεται σε ‘θεός’ και η Άννα παρακολουθεί άφωνη και προδομένη τον θεό να ζωντανεύει και να εξαφανίζεται από μπροστά της.

«Ωχ,» αναφωνεί η Άννα «πώς το διορθώνω τώρα το λάθος αυτό;»

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s