Ο βάρδος

Ο βάρδος

Είναι επικίνδυνο να μοιάζουν τόσο πολύ δυο άνθρωποι μεταξύ τους. Στην εμφάνιση, στο λόγο, στο βλέμμα. Μπορεί να μπερδευτείς, να μην ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις, να συναναστρέφεσαι τελικά με την αντίληψή σου της ομοιότητας, κι όχι με τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου.

«Κάθε ιστορία είναι μια υπόσχεση» είπε κι άπλωσε το δεξί της χέρι.

«Υπόσχομαι, τότε. Όχι έτσι, όμως. Με το αριστερό, της καρδιάς.»

Έδωσαν τα χέρια. Αν και μόνο αφού μερικές στιγμές καχυποψίας πέρασαν.

«Πάντοτε σ’ άρεσε να τελειώνεις τις συζητήσεις με παράξενα λόγια μάγε.»

Αφήνοντας ένα μειδίαμα να χαραχτεί στα χείλη του, ο μάγος σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και περπάτησε μέχρι την έξοδο απ’ τη σχεδόν άδεια σάλα. Ο Έριελ, σήκωσε την ανέγγιχτη κούπα του και ήπιε μια γενναία γουλιά μπύρας. Ύστερα, άλλη μία, και μετά, μία ακόμη, και αφού οι δύο κούπες που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι άδειασαν, έφερε τα δάχτυλά του στις χορδές του λάουτού του κι άρχισε να παίζει το θέμα μιας παλιάς μπαλάντας, ξυπνώντας του λιγοστούς σκουροντυμένους θαμώνες του πανδοχείου. Στη συνέχεια έπιασε έναν γνώριμο χορευτικό σκοπό, αφήνοντας τις τελευταίες συγχορδίες να αιωρούνται σε υπόσχεση ότι θα παίξει περισσότερα τραγούδια το βράδυ και κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη δρύινη σκάλα φανερώνοντας τον πολύχρωμο, χαρούμενο μανδύα του βάρδου κάτω από τα σκουρόχρωμα ρούχα του.

Άφησε την απουσία του να διανθίσει τις φήμες για την εμφάνιση του στη σάλα απόψε, έκλεισε πίσω του την πόρτα του μικρού δωματίου που του είχε παραχωρήσει ο πανδοχέας και έριξε μια ματιά απ’ το παράθυρό του. Στις αποθήκες, τους σταύλους και το μικρό σοκάκι πίσω απ’ το πανδοχείο δεν κυκλοφορούσε κανείς και με ένα επιδέξιο σάλτο προσγειώνεται στα πόδια του – σαν γάτα που έχει μεγαλώσει πηδώντας το σάλτο του θανάτου με τους περιφερόμενους θιάσους. Είναι πάντοτε καλό να ελέγχεις τις διόδους διαφυγής. Ακόμη διαπερνούσε ένα ρίγος τα σωθικά του καθώς θυμόταν το ψευδαισθητικό παράθυρο στην Αβάρες.

Εξερευνώντας τους δρόμους γύρω από τον ‘Γαλήνιο Δράκο,’ τους δρόμους της Πίσω Γειτονιάς, της ήσυχης περιοχής που απλώνεται νότια από τους λόφους των αριστοκρατικών συνοικιών και του παλατιού, ο Έριελ ξαφνιάστηκε παρατηρώντας τον μεγάλο αριθμό των φρουρών κυκλοφορούν σε μία γειτονιά μακριά από το κέντρο από της ζωής της πόλης. Όσο για την προτίμηση που δείχνουν οι κάτοικοι στα μονότονα βαριά ρούχα, θυμίζει μεν πόλεις όπως η Σεντέν και η Ρέβα στις παρυφές του κόσμου, αλλά μοιάζουν μάλλον παράταιρες στην Τιέλ, απ’ όπου περνούν οι μεγάλες εμπορικές ροές, ίσως ακόμη και εμμονικές.

Στην αγορά πάλι, η συνηθισμένη μικροεγκληματικότητα που θα έπρεπε να είχε συναντήσει είτε εκλείπει, είτε είχε πάρει κάποια μορφή που ο Έριελ δεν είχε αναγνωρίσει. Δεν ήταν καν βέβαιος ποιο απ’ τα δύο ενδεχόμενα τον ανησυχεί περισσότερο. Όμως, το πιο ανησυχητικό πράγμα στην αγορά ήταν η απουσία του χαρακτηριστικού δαιμόνιου βλέμματος από τα πρόσωπα των εμπόρων. Αντικρίζοντας μια σειρά από όμορφες κούκλες στη βιτρίνα ενός επιπλοποιείου, τις περιζήτητες εκείνες κούκλες της Νιάλ ανάμεσα στις αριστοκρατικές οικογένειες του νότου, αποφασίζει ότι έφτασε η στιγμή να πραγματοποιήσει ένα πείραμα.

«Όμορφος καιρός σήμερα. Ιδανικός για βόλτα» είπε στον μαγαζάτορα, έναν άντρα χωρίς χαρακτηριστικά που θα τα θυμόταν ιδιαίτερα ύστερα.

«Καλή σας ημέρα αφέντη. Μήπως η βόλτα σας θα γινόταν ακόμα ιδανικότερη εάν ρίχνατε μια ματιά στην ταπεινή μου πραμάτεια;»

«Μπορεί και να ευχαριστούσε λίγο την κόρη μου, αν έριχνα μια ματιά στις κούκλες αυτές.»

«Α, οι ξυλόγλυπτες κούκλες μου, ονομαστές σ’ ολόκληρη την Τιέλ και ακόμα και πέρα από τη Τιέλ, στην Αβονά, στη Σεσιεδάδ, στο Νάτε, όπως σίγουρα γνωρίζει κάποιος πολυταξιδεμένος σαν κι εσάς, θα ευχαριστούσαν πολύ το κοριτσάκι σας.»

«Αυτή η όμορφη μικρή κούκλα, για ένα χρυσό, θα ήταν πράγματι ένα όμορφο δώρο για τη μικρή μου Άννυ.»

«Α, μα, ίσως, αυτή η συγκεκριμένη να έπεφτε λίγο μεγάλη στη μικρή σας Άννυ. Πιθανόν για ένα χρυσό νόμισμα να προτιμούσατε την κούκλα αυτή, που έχει τόσο όμορφα μάτια, όπως σίγουρα και η Άννυ.»

«Ίσως πράγματι η μικρή μου Άννυ να προτιμούσε αυτή τη μικρότερη κούκλα για ένα νιάλιο χρυσό νόμισμα.»

«Μάλλον, μέσα στην αγάπη σας για τη μικρή σας Άννυ αμελήσατε πως τα νιάλια χρυσά είναι πλέον όγδοα χρυσών. Ίσως ανάμεσα στα μικρά νιάλια νομίσματά σας θα βρίσκεται και κάποιο αβόνιο χρυσό ή και κανένα μεγάλο τιέλιο;»

«Αλίμονο, άφησα το τελευταίο αβόνιο που είχα μαζί μου σε έναν αρτοπώλη, αλλά ένας φίλος μου από το Φελ μου άφησε πριν φύγει από την πόλη μερικά ασημένια ως αναμνηστικά για τη φιλία μας. Ίσως, και μονάχα για την κούκλα της μικρής μου Άννυ, να σας έκανα τη χάρη να σας παραχωρήσω δέκα απ’ αυτά.»

«Α, μα η μικρή σας Άννυ θα γελούσε πολύ όταν θα της το λέγατε, καθώς θα θυμόταν ότι στο Φελ, αντίθετα απ’ ότι στη Νιάλ, ένα χρυσό νόμισμα χωρίζεται σε δεκαέξι ασημένια.»

«Ίσως τότε να μπορούσα να σας παραχωρήσω όλα τα δώδεκα ασημένια που μου άφησε ο φίλος μου από το Φελ για την κούκλα της μικρής μου Άννυ.»

«Δώδεκα ασημένια του Φελ μπορεί να δημιουργούσαν ένα μικρό κενό στο πουγκί μου, σίγουρα ένας άξιος φίλος όπως εσείς θα έχει κρατήσει κάποιο ασημένιο ως αναμνηστικό.»

«Η αλήθεια είναι ότι διακρίνω ένα ασημένιο νόμισμα είχε παραπέσει στη φόδρα του πουγκιού μου και νομίζω πως θα συμπλήρωνε ένα ακριβές αντίτιμο που θα ευχαριστούσε τη μικρή μου Άννυ.»

«Χαρά μου να προσφέρω χαρά στη μικρή σας Άννυ, αγαπητέ μου κύριε.»

Ο Έριελ τοποθετεί προσεχτικά την κούκλα που ίσως να άξιζε τουλάχιστον πέντε χρυσά στον νότο, έχοντας διαπιστώσει ότι οι έμποροι της Νιάλ διακατέχονται απ’ το ίδιο εμπορικό δαιμόνιο απ’ το οποίο διακατέχονται και οπουδήποτε αλλού. Πάρα τα άνευρα βλέμματα, πάρα την άτονη φωνή. Κι όμως, ο βάρδος πλέον ανησυχούσε ολοένα και περισσότερο σε αυτή τη ζοφερή πόλη, τη γεμάτη από ανθρώπους όπου όλοι, άντρες και γυναίκες, φορούν παρόμοια σκουρόχρωμα βαριά ρούχα, μοιάζουν τόσο πολύ στην εμφάνιση, στο βλέμμα, ακόμη και στον λόγο, όπου δεν ήσουν σίγουρος αν τον περαστικό που μόλις προσπέρασες, τον είχες ξαναπροσπεράσει ένα λεπτό πριν, ή αν απλώς ήταν κάποιος που του έμοιαζε πολύ. Μπορεί να μπερδευτείς, να μην ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις, να συναναστρέφεσαι τελικά με την αντίληψή σου της ομοιότητας, κι όχι με τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου. Και για έναν άνθρωπο που είχε μάθει να βασίζεται στην εξαιρετική αντίληψη που έχει για τις λεπτές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, η Νιάλ ήταν μία τεράστια απειλή που καραδοκούσε παντού.

Καθώς ο ήλιος άρχισε να πέφτει, τα βήματα του Έριελ τον έφεραν τελικά πίσω στο πανδοχείο. Διασχίζει τη μεγάλη σάλα, ανάμεσα στους σκουροντυμένους, θολούς θαμώνες, κάθεται στην καρέκλα που είχε αφήσει ο πανδοχέας στη μικρή εξέδρα που χρησίμευε για σκηνή και φέρνει τα δάχτυλα του στη κιθάρα συνεχίζοντας το χορευτικό τραγούδι που είχε αφήσει μισοτελειωμένο το πρωί. Ο Έριελ είχε τραγουδήσει για δούκες, δούκισσες πρίγκιπες, πριγκίπισσες, στρατηγούς, μάγους, μάγισσες, δύο βασιλιάδες, πέντε βασίλισσες και έναν υψηλό ιερέα στις εσχατιές του Κου, αλλά ποτέ δεν είχε απέναντι του ένα κοινό στα δίχτυα μίας μαγείας τόσο ισχυρής. Ο μάγος θα τ’ άκουγε για τα καλά αυτή τη φορά αν κατάφερνε να το σκάσει ζωντανός από τη Νιάλ. Ξεκίνησε να αφηγείται τις ιστορίες του.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s