Σαμποτάζ

Σαμποτάζ

«Η αλαβάρδα του Πρώτου Ιππότη Ζούκαλι του Τιμίου» μουρμούρισε ο Βάλκολακ. «Το απελατίκι του Πρώτου Ιππότη Ζούκαλι του Τιμίου. Η βαλλίστρα της Πρώτης Αμαζόνας Σούρχα της Ανόσιας. Το δόρυ της Πρώτης Αμαζόνας Σούρχα της Ανόσιας. Το σπαθί της Πρώτης Αμαζόνας Σούρχα της Ανόσιας.»

Ο σωρός από όπλα μπροστά του σάλεψε απειλητικά, αλλά ο νεαρός άντρας δε μπορούσε να κάνει κάτι, το ξόρκι ήταν δυνατό, τον εμπόδιζε να αντιδράσει. Διάβαζε το Γριμόριο με τα μάτια γουρλωμένα, βλέποντας κάθε ένα από τα όπλα που ονομάτιζε να αναδύεται από το σωρό μπροστά του κι ύστερα να βυθίζεται μέσα στο καζάνι με το φίλτρο. Κάπου πίσω από τη συνείδησή του, υπήρχε ακόμη ένα μέρος του μυαλό του που μπορούσε να σκεφτεί. «Λόφος, όχι σωρός.» «Μόνο τα επιθετικά όπλα ζητάει.» «Και τι θα γίνει όταν φτάσω στο βασιλιά;» «Και τι θα γίνει αν γίνει κάτι κι οι Ιππότες κι οι Αμαζόνες χρειαστούν τα όπλα τους;»

Αλλά αυτά δε μπορούσε να τα πει. Το μόνο που μπορούσε να πει ήταν αυτά που έβλεπε γραμμένα στο γριμόριο.

«Το γιαταγάνι του Δεύτερου Ιππότη Ετσεερλί Μπιν Μαχταλί. Η σφύρα του Δεύτερου Ιππότη Ετσεερλί Μπιν Μαχταλί. Το μπουκαλάκι με το δηλητήριο της Δεύτερης Αμαζόνας Τένσχα της Λυγερής.»

Ο λόφος με τα όπλα μπροστά του βρυχήθηκε κι ο Βάλκολακ άρχισε να ανησυχεί. Ποτέ δε γίνεται κάτι, αλλά καταστάσεις σαν κι αυτή θα μπορούσαν να είναι ακριβώς εκείνο το κάτι για το οποίο ίσως οι Ιππότες κι οι Αμαζόνες χρειάζονται μερικές φορές τα όπλα τους. Έξω από το παράθυρο, μία περαστική βασιλική κουκουβάγια κρώζει και βολεύεται στο περβάζι του απέναντι πύργου και τον παρατηρεί με πρόδηλο ενδιαφέρον στα μεγάλα, σοφά της μάτια.

«Το τόξο του Τρίτου Ιππότη Σαρένυ του Ατάλαντου. Τα δίδυμα μαχαίρια του Τρίτου Ιππότη Σαρένυ του Ατάλαντου. Η άρπα του Τρίτου Ιππότη Σαρένυ του Ατάλαντου. Το μαστίγιο της Τρίτης Αμαζόνας Σαλάμ Ερ Ντάλα. Το σκοινί της Τρίτης Αμαζόνας Σαλάμ Ερ Ντάλα.»

Από τότε που τον είχε ακούσει τον Τρίτο Ιππότη Σαρένυ τον Ατάλαντο να παίζει μουσική στη μεγάλη σάλα του βασιλικού κάστρου υπέθετε ότι η άρπα θα πρέπει να ήταν κάποιου είδους ‘επιθετικό όπλο.’ Αναμφίβολα, η συγχορδία που αντήχησε από το καζάνι με το μαγικό φίλτρο που έχει αρχίσει να φουσκώνει σε τρομακτικές φούσκες με παράξενες επίβουλες μυρωδιές ήταν αρκετά επιθετική. Η νύχτα, όπως φαίνεται από την ανισοσκέλεια των φεγγαριών, το βαθύ κόκκινο του μισοάστρου που διασχίζει τον σκοτεινό ουρανό και τον αστερισμό της νεράιδας που μόλις έχει αρχίσει να αντικατροπτίζεται στη διάφανη οροφή του αστεροσκοπείου, έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμη.

«Οι κάλτσες του Τέταρτου Ιππότη Ρεβάχ του Μαλθακού. Το συναξάρι της Τέταρτης Αμαζόνας Μελένιας της Ευσεβούς. Το στιλέτο της Τέταρτης Αμαζόνας Μελένιας της Ευσεβούς. Το μενταγιόν της Τέταρτης Αμαζόνας Μελένιας της Ευσεβούς.»

Το φίλτρο μοιάζει να φτάνει σε κάποιου είδους κορύφωση. Ο Βάλκολακ αρπάζει ένα μακρύ ραβδί και ανακατεύει το επαναστατημένο μείγμα με την ομιχλώδη αίσθηση που αφήνει στον αγέρα, αναρωτιόμενος πώς και όλη αυτή η φασαρία δεν έχει φέρει κάποιον Ιππότη ή κάποια Αμαζόνα στη μεγάλη δρύινη πόρτα. Τότε με τρόμο παρατηρεί κάτι σαν ρήγμα να αρχίζει να σκίζει τον νυχτερινό ουρανό στα δύο, ξεκινώντας από το κέρας του αστερισμού του μονόκερω και καταλήγοντας στο μικρό φεγγάρι Καρία η Ντροπαλή. Το ρολόι της Εντέκατης Αμαζόνας Ρεζενβέλ της Κατάρας των Αργοπορημένων χτυπά μεσάνυχτα· η ώρα της μάγισσας. Πράγματι, μία μάγισσα που φορά ένα βρωμερό μυτερό καπέλο και καβαλά ένα αραχνιασμένο σκουπόξυλο διασχίζει αργόσυρτα τον ουρανό, αφήνοντας πίσω της ένα καμπανιστό κακάρισμα που τρομάζει τη μεγάλη λευκή κουκουβάγια από το απέναντι περβάζι και προτιμά να σταθεί στο γιγαντιαίο τηλεσκόπιο του δωματίου, από όπου έχει και πιο ωραία θέα στην παρασκευή του ματζουνιού.

«Η τρίαινα του Πέμπτου Ιππότη Μαβέριου του Σαρδονίου. Το δίχτυ του Πέμπτου Ιππότη Μαβέριου του Σαρδονίου. Οι βεντάλιες της Πέμπτης Αμαζόνας Αγάπης της Μοναχής. Τα μπουκαλάκια του μακιγιάζ της Πέμπτης Αμαζόνας Αγάπης της Μοναχής. Το κατάνα της Πέμπτης Αμαζόνας Αγάπης της Μοναχής.»

Το αλλόκοσμο ρήγμα μοιάζει να καταπίνει το φως των αστεριών πάνω από τα παρτέρια των πολύχρωμων κήπων του παλατιού. Ο Βάλκολακ γεύεται το βάρος του ξορκιού που διαβάζει στον καψαλισμένο άνεμο γύρω του. Βασικά οι μπουρμπουλήθρες έχουν αρχίσει πλέον να βγαίνουν από το παράθυρο και να σκάνε σε χρωματιστά συντριβάνια μαγείας που πέφτει. Τότε η βαριά ξύλινη πόρτα ανοίγει. Είναι ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως που τον κοιτά παρεξενεμένο, ύστερα παρατηρεί τον ψηλό λόφο από όπλα, το κοχλάζων φίλτρο και τον κοιτά ξανά να απαγγέλει τους στίχους από το μαύρο γριμόριο σαν να βλέπει κάποιο τρομακτικό τέρας από τα παραμύθια· κάτι που φυσικά ήταν εν μέρει αλήθεια. Ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως φεύγει ξανά. Τρέχοντας.

«Το δόρυ του Έκτου Ιππότη Μεκατερίμ του Σκεπτικού. Το εγχειρίδιο του Έκτου Ιππότη Μεκατερίμ του Σκεπτικού. Η ράβδος της Έκτης Αμαζόνας Ιανέφ της Αταραξίας.»

Ο Βάλκολακ θα ήθελε μονάχα να τον παρατήσει το καταραμένο το γριμόριο στην ησυχία του. Αυτός ήταν μονάχα περίεργος. Και τι κακό προκάλεσε ποτέ λίγη περιέργεια; Ποιον πείραξε; Από που ερχόμαστε; Πού πάμε; Άραγε θα τη λύσει την τελευταία απορία σύντομα; Τότε εμφανίζεται στην πόρτα του δωματίου ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως, ακολουθούμενος από την Ένατη Αμαζόνα Νίρα η Λουλουδένια

Ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως τον κοιτά επιτιμητικά. «Σταμάτα αμέσως ξωτικό! Αλλιώς θα το μετανιώσεις» αναφωνεί. Σαχλαμάρες! Σκέφτεται ο Βάλκολακ, ούτως ή άλλως βαμμένη την έχω. Ύστερα ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως φιλά την Ένατη Αμαζόνα Νίρα τη Λουλουδένια. Ένα βαθύ, εσωτερικό φιλί που εξερευνά τα αισθησιακά της χείλη· ένα φιλί με γλώσσα και σάλια. Ο Βάλκολακ ξεροκαταπίνει. Το ένατο ζευγάρι Ιππότη-Αμαζόνας μόλις ενεργοποίησε τον μυστικό δεσμό. Να πάρει οργή το ξόρκι και το γριμόριο και τη μαγεία -εκτός από τα μαγικά πλάσματα του είδους του.-

Ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως τρέχει να πάρει τα όπλα του από τον μικρό σωρό, το δόρυ του και το σπαθί του, ενώ η Ένατη Αμαζόνα Νίρα τη Λουλουδένια πασκίζει να τραβήξει το δικό της όπλο, τον διπλό πέλεκύ της. Κάποια απροσδιόριστη δύναμη τους εμποδίζει.

«Ξωτικό της δαιμονοχώρας! Τι έχεις κάνει στα όπλα των Ιπποτών και των Αμαζόνων που Προστατεύουν το Βασίλειο από το Κακό;» ρωτά ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως. Ο Βάλκολακ όμως είναι αδύνατο να πει κάτι σπάζοντας τον δεσμό του με το ξόρκι και το μαύρο γριμόριο μπροστά του. Η Ένατη Αμαζόνα Νίρα η Λουλουδένια με τη σειρά της διαπιστώνει ξαφνιασμένη ότι είναι αδύνατο να αγγίξει, ή μάλλον να χτυπήσει το νεαρό ξωτικό. Σαν να προστατεύεται από κάποια μυστηριώδη δύναμη.

Ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως ανασαίνει βαθιά. Κοιτά ανήμπορος να αντιδράσει τα όπλα του, το μακρύ του δόρυ και το αγαπημένο του χρυσοστόλιστο σπαθί που είχε πάντοτε στο πλευρό του, να βυθίζονται στο μαγικό φίλτρο του Βάλκολακ. Η Ένατη Αμαζόνα Νίρα η Λουλουδένια κλαίει με τριανταφυλλένια αναφιλητά μόλις φτάνει η σειρά του μονάκριβου πέλεκύ της να χαθεί ανάμεσα στις μισητές ερεβώδεις φουσκάλες που αναδύονται από το καζάνι.

«Γιατί;» ρωτά θεούς ή δαίμονες που έχουν αποστρέψει τα μάτια τους για να μη δακρύσουν στο δράμα μία άοπλης Αμαζόνας, «γιατί τον πέλεκύ μου;» αλλά ο Βάλκολακ μπορεί μονάχα να συνεχίσει τη σκοτεινή του απαγγελία.

Ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως σκύβει μπροστά από την Ένατη Αμαζόνα Νίρα τη Λουλουδένια. Βγάζει ένα τριαντάφυλλο από κάποιο απροσδιόριστο μέρος του ρουχισμού του και της το προσφέρει.

«Ω, θεσπέσια ηλιαχτίδα της νύχτας, ω, Λουλουδένια Νίρα, χάρισε μου το μοναδικό σου φιλί ξανά»

«Εντάξει ω, ιδανικέ ποιητή των ασημοστόλιστων τόπων» απαντά η θεσπέσια ηλιαχτίδα της νύχτας σκουπίζοντας τα δάκρυά της και τον φιλά, βαθιά, σαν ωκεανός που υψώνεται να καλύψει τα απόκρημνα βράχια της ακτής, μία παρατεταμένη ένωση των κόκκινων χειλιών τους που που αφήνει ολοφάνερα σημάδια καταπόνησης στα πρόσωπα των δύο εραστών. Μόλις μετά από λίγα λεπτά τα σώματά τους χωρίζουν, ο Ένατος Ιππότης Τυγερμάς ο Ρεμβάζων στο Φεγγαρόφως λιποθυμά από την ένταση, ενώ η Ένατη Αμαζόνα Νίρα η Λουλουδένια σωριάζεται στο έδαφος βαριανασαίνοντας.

Έξω από το παράθυρο περνά ένας δράκος. Ένας μεγάλος κόκκινος δράκος που τα φτερά του καλύπτουν τον απέναντι πύργο και η ουρά του γκρεμίζει εκείνο το περβάζι καθώς κάνει μία στροφή και εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο του Βάλκολακ που τον κοιτά με γουρλωμένα τα μάτια. Πρώτα το γριμόριο και το ξόρκι που τον έδεσε, ύστερα ο δράκος, αυτή νύχτα πάει από το κακό στο χειρότερο. Ύστερα ο δράκος πέφτει με ορμή στον τοίχο διαλύοντας τον πύργο. Το ξωτικό, συνεχίζοντας την ανάγνωση, παρακολουθεί τρομοκρατημένο το πελώριο πλάσμα να διαλύει το δωμάτιο, να ρίχνει τις βιβλιοθήκες να γκρεμίζει επιστημονικά όργανα και έργα τέχνης να καταστρέφει την οροφή, τους τοίχους και, τέλος, να διαλύει σε κομμάτια το δάπεδο. Ο Βάλκολακ συνεχίζει να απαγγέλει το διαβολεμένο το ξόρκι καθώς πέφτει παρότι θέλει να φωνάξει κάτι εποικοδομητικότερο για τις τελευταίες του λέξεις. Ύστερα βρίσκεται στο έδαφος, ανάμεσα στα ερείπια του αστεροσκοπείου και, ως δια μαγείας, ζωντανός. Ίσως πρέπει να ευχαριστήσει την πελώρια λευκή κουκουβάγια που τον έπιασε καθώς έπεφτε και τον άφησε στο έδαφος πριν φύγει για να καθίσει σε ένα κοντινό δέντρο. Δίπλα του βρίσκεται το καζάνι, απ’ όπου μοιάζει να μην έχει χυθεί σταγόνα, αλλά τώρα μοιάζει να κοχλάζει εντονότερα.

«Το σπαθί του Δέκατου Ιππότη Μαδρύς του Άφοβου. Το δόρυ της Δέκατης Αμαζόνας Ρεβέιν Μαλαδέζε Φέυ. Η σφεντόνα της Δέκατης Αμαζόνας Ρεβέιν Μαλαδέζε Φέυ. Το σκήπτρο το βασιλιά Σαλικίου του Τρίτου του Σπουδαίου…»

Ο ουρανός σκίζεται τελικά στα δύο. Ο βασιλιάς, έκπληκτος, βγαίνει στο μπαλκόνι της βασιλικής κρεβατοκάμαρας φορώντας τις βελούδινες βασιλικές πιτζάμες του με το χαρακτηριστικό σκουφάκι και κοιτά τον νυχτερινό ουρανό να έχει αλλάξει σε δύο χρώματα. Το βαθύ μαύρο έχει μετατραπεί από τη μία μεριά σε ένα σκούρο μαβί στα δεξιά και σε ένα σκοτεινό μπλε στην αριστερή πλευρά. Και μπροστά του φτάνει η μάγισσα Φουρκισμένη. Τον κοιτά θριαμβευτικά με τα αστραποβόλα της μάτια από το σκουπόξυλό της.

Η μάγισσα Φουρκισμένη κακαρίζει «Επιτέλους κατέλυσα τις ουσίες του ουράνιου αρσενικού και του ουράνιου θηλυκού. Από ‘δω και πέρα οι ενώσεις Ιπποτών και Αμαζόνων δεν θα είναι ιερές και οι στρατοί των βασανισμένων χωρών ολόγυρα που περιμένουν στα σύνορα του βασιλείου θα επιτεθούν για να καταλάβουν τα ειρηνικά, πλούσια εδάφη του μέρους τούτου.»

Ο βασιλιάς, ή μάλλον το παιδί που είναι βασιλιάς, σκύβει να πιάσει το βελούδινό του σκουφάκι κοιτώντας παραξενέμενος τη γριά που καβαλά τη σκούπα έξω από το παράθυρό τους. Ύστερα, προς απογοήτευση και οργή της μάγισσας Φουρκισμένης επιστρέφει στο κρεβάτι του και αποκοιμιέται αγκαλιά με το αρκουδάκι του.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s