Φύλλα που θροΐζουν, βότσαλα που κατρακυλούν

Φύλλα που θροΐζουν, βότσαλα που κατρακυλούν

Ο Λυσίων σκουπίζει προσεχτικά τα χέρια του σε ένα παλιό πανί γνέφοντας επιδοκιμαστικά στο κορίτσι με το βαμμένο από αυτόν πρόσωπο που ενθουσιασμένο -αν και κάπως ανήσυχο, μιας και η ημέρα είναι ξεχωριστή- ανασηκώνεται και τρέχει να καθρεφτίστει στο μικρό ποτάμι που κυλά πίσω τους. Ο Λυσίων δεν αναγνωρίζει το γελάστο εκείνο προσωπάκι με τα πυρόξανθα μαλλιά, αλλά έλειπε για τόσο πολλές εποχές από τα φιλόξενα μαγεμένα δάση των παιδικών του χρόνων που μερικές φορές συλλογίζεται ότι μόνο οι αρχαίες βελανιδιές έχουν παραμείνει οι ίδιες.

Ανάμεσα στα ψηλά δέντρα και τα βράχια απ’ όπου αναβλύζει η Ρυς, η ιερή πηγή του μικρού δρυϊδικού άλσους, παιδιά -ή, μάλλον, νεαρές και νεαροί, πόσο τελικά αλλάζει την οπτική σου γωνία ο πόλεμος- που ντύνονται με παράξενα ρούχα, φορούν φύλλα και κλαδιά στο κεφάλι τους και βάφουν ό,τι περισσεύει σε σχέδια παράξενα για να διασκεδάσουν ανάμεσα στις πρώτες ανεμώνες του κύκλου των εποχών. Και μία ανοίκεια αίσθηση τον κυριεύει· σαν αυτή η γιορτή να μην είναι η γιορτή των παιδικών του χρόνων. Μία ιδέα πιο σκοτεινή, μία σκιά από την οποία το δάσος δεν μπορεί να ξεφύγει, παρά το άφθονο κρασί και τα αγαπημένα πρόσωπα που τόσο καιρό είχε να δει, δεν μπορεί να ξεφύγει το δάσος ή αυτός.

Η δρυΐδισσα τότε, με τα πολύχρωμά της ρούχα, σε καθρεφτισμό της φύσης, σημαίνει την έναρξη της γιορτής, βυθίζοντας τελετουργικά τα βήματα της στο νερό της Ρυς και καλώντας τις νεράιδες και τα στοιχειά να χορέψουν μαζί μας. Δεν της δώθηκε ιδιαίτερη σημασία, αλλά δεν έχει ούτως ή άλλως σημασία, γιατί ανάμεσα στους ομιχλώδεις χορούς και τα παράξενα τραγούδια, η δρυΐδισσα δεν πρωτοστάτησε σε κάποια έναρξη, παρά μονάχα κήρυξε την συνέχεια από κάτι που δεν άρχισε εκείνη.

Περίεργο που βρέθηκε αντικρυστά της, να κοιτά τα γαλάνα της μάτια, μέσα τους φωλιάζει εκείνο το λευκό, του χειμώνα, του καπνού, του θανάτου, ο Λυσίων το αναγνωρίζει αυτό το λευκό ανάμεσα στο μπλε των ζυγωματικών της και το μαύρο των μαλλιών της. Και εκείνη αναγνωρίζει το δικό του λευκό ανάμεσα στα γυριστά του κέρατα και το κόκκινο των χεριών του. Σε μία στιγμή συνειδητοποίησης ο Λυσίων διακρινεί γύρω του εκείνο το λευκό -ακόμη και στα μάτια εκείνου του κοριτσιού με τα γενναιόδωρα χαμόγελα και τα πυρόξανθα μαλλιά. Τότε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ξένο και ταυτόχρονα απρόσμενα οικείο. Οι δρυάδες δεν χορεύουν χορούς για τα φύλλα που θροϊζουν στο φύσημα του ανοιξιάτικου ανέμου, αλλά χορούς πολεμικούς,να σχηματίζουν πομπές νίκης -ή ήττας καθώς δεν μοιάζουν να έχουν διαφορά,- και οι νεράιδες δεν τραγουδούν τραγούδια για βότσαλα που κατρακυλούν και τον έρωτα, αλλά παιάνες για τους γενναίους πολεμιστές που πηγαίνουν στη μάχη με λαμπρά σιδερένια σπαθιά και ξαφνικά ο Λυσίων αισθάνεται ότι γύρισε σπίτι του ανάμεσα στο λευκό της χαμόγελο και τα παράδοξα καμώματα που έζησε στα ατελείωτα χρόνια ενός πολέμου που δεν επιδίωξε ποτέ να πολεμήσει.

>>

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s