Ροζ θόρυβος

Ροζ θόρυβος

«Επιστρέφω! …να περπατήσω λίγο!» φωνάζει προς τους φίλους της καθώς κλείνει τον θόρυβο της μουσικής πίσω από τη μεγάλη λευκή πόρτα όπου αναγράφεται ‘ροζ θόρυβος’ με καλλιγραφικά γράμματα. Η βαθιά νύχτα κρατεί ακόμη στην παγωμένη διασταύρωση. Η Ιρίνα τρίβει τα μάτια της και κουκουλώνει καλύτερα το παλτό της. Θα μπορούσε βέβαια να εγκαταλείψει τελείως· να πάει για ύπνο. Έφυγε κι η Μέρυ μ’ εκείνον τον τύπο… Αντώνη τον είπαμε; …κι έχει απομείνει με τον Φάνη, τον Τζέισον κι εκείνον τον φίλο του που δε θυμάται καθόλου τ’ όνομά του. Κι αυτός ο Τζέις… Η Ιρίνα δαγκώνεται. Πώς στο διάολο μου συμβαίνει εμένα αυτό; Εμένα, τώρα, που ένας χρόνος είναι κιόλας πίσω. Τώρα που είμαστε ακριβώς στη μέση. Υψώνει το βλέμμα της στον άναστρο ουρανό που δεν απάντησε ποτέ και κατεβάζει στο βρεγμένο πεζοδρόμιο τα πρασινοκάστανά της μάτια που δεν έχουν σαγηνεύσει λίγους άντρες· και μερικές γυναίκες· και τ@ Άλεξ φυσικά, πονεμένη ιστορία αυτή, πολλά προβλήματα το τυπάκι, σύντομη ευτυχώς. Ανοίγει τον υπολογιστή της κι αρχίζει να πληκτρολογεί.

Λουί, αγαπημένε μου,

Πάει πια ένας χρόνος που δε σ’ έχω δει κι άλλος ένας που δε θα σε δω καθόλου. Άραγε να ‘χει αλλάξει το πρόσωπό σου; Και τα μαύρα σου μαλλιά; Και τα σκοτεινά αγαπημένα σου μάτια, να ‘χουν γίνει πιο σκοτεινά; Μου λείπει η μυρωδιά σου να πάρει η οργή και τα χείλη σου και τα χέρια σου και να πάρει η οργή και τη σχολή και το σχέδιο και το πρόγραμμα και την υποτροφία κι εμένα που ‘μαι τόσο βλαμμένη. Σε φιλώ. Παντού. Με πολλές λεπτομέρειες. Σκατά.

γαμήσου,
Ιρίνα

Ξανανοίγει την πόρτα του μπαρ που θα μπορούσε να είναι χτισμένο από σκακιέρες αραδιασμένες τυχαία στον χώρο. Πιάνει τον Τζέις και χορεύουν στον ρυθμό του ‘Εξωπλανήτη’ με τους ακροβατισμούς που συνηθίζουν να δοκιμάζουν. Κι ύστερα από μια τούμπα ανάμεσα στα χέρια της και πολλά γέλια ο Τζέις κάθεται, μάλλον θα ‘χει μεθύσει και λίγο, κι έρχεται να χορέψει εκείνος ο φίλος του μαζί της, μα πώς τον λένε, που χορεύει σα χαλασμένο ανδρορειδές που ‘χει χάσει ακόμη και τη μηχανική χάρη στις κινήσεις του. Τέλος πάντων, καλό παιδί φαίνεται, αλλά κι εκείνη δεν είναι καθόλου καλά σήμερα. Κι είναι κι εξουθενωμένη. Και το μεγάλο ρολόι στο χέρι της κόκκινης βασίλισσας που κυριαρχεί πάνω από τη μπάρα δείχνει 5:38. Μόλις που προλαβαίνει το λεωφορείο των 5:42. Θα το σκάσει. Χαιρετά βιαστικά τον Τζέις και τον φίλο του, δεν τον είπαμε Μπαλταζάρ λογικά, και φεύγει. Ο Φάνης έρχεται μαζί της, ωραία, θα ‘χει τουλάχιστον παρέα. Δείχνει κι αυτός εξαντλημένος, θα τους έχουν κι εκείνους γεμίσει μ’ εργασίες λογικά, είναι και σε πιο προχωρημένη τάξη. Βγαίνουν στην ησυχία. Το κρύο είναι διαπεραστικό κι έχει αρχίσει να ψιχαλίζει πάλι και τα σύννεφα έχουν βαφτεί στο βαθυκόκκινο φως του Λύκου, του μικρότερου από τα δύο φεγγάρια τ’ ουρανού, του μακρινού της πια σπιτιού. Το λεωφορείο φτάνει, σταματά, ανοίγει τις πόρτες του ανεβαίνουν και κάθονται σε δύο αντικριστές θέσεις. Δίπλα της κάθεται μια κοπέλα με ξανθά μαλλιά…

«Ιρίνα» ακούει κάποιον να της μιλά κι ένα χέρι να της ταρακουνά το δικό της, «φτάσαμε.»

Η Ιρίνα σηκώνει αργά το κεφάλι της… από τον ώμο της κοπέλας που κάθεται δίπλα της.

«Να πάρει! Δεν το ήθελα!»

«Καλά, ήσουν κουρασμένη» απαντά εκείνη κάπως ουδέτερα.

Με κατακόκκινα μάγουλα κατεβαίνει από το λεωφορείο μαζί με τον Φάνη. Το κόκκινο ημίφως μόλις που σπάει το σκοτάδι της συννεφιασμένης νύχτας. Ανεβάζει την κουκούλα του παλτού της.

«Μα, γιατί δε με ξύπνησες;» ρωτά, «Τι θα σκέφτεται τώρα η κοπέλα…»

«Ε, δεν έπαθε και κάτι» της απαντάει, «πώς είσαι;»

«Καλά.»

«Λοιπόν, πώς κατέληξες εδώ απο το κόκκινο φεγγάρι;»

Η Ιρίνα χαμογελάει.

«Α, είναι μεγάλη ιστορία…»

<<

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s